Σάββατο 23 Μαϊου 2026
weather-icon 19o
Υπάρχει διέξοδος από το τέλμα ΗΠΑ – Ιράν; Μια απάντηση στο ερώτημα του ενός εκατομμυρίου

Υπάρχει διέξοδος από το τέλμα ΗΠΑ – Ιράν; Μια απάντηση στο ερώτημα του ενός εκατομμυρίου

Ειδικοί στο Ιράν εξηγούν τους λόγους που οι Αμερικανοί αδυνατούν να διαβάσουν τους Ιρανούς διπλωμάτες.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Την Τρίτη 19 Μαΐου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, αναρωτιόταν «ότι μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβουμε ακριβώς τι θέλουν να πετύχουν οι Ιρανοί μέσα από τη διαπραγμάτευση». Στις 21 Μαΐου ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο δεν πρέπει να αποσταλεί στο εξωτερικό. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν μάθει ακόμα να κάνουν σωστές ερωτήσεις.

Το σωστό ερώτημα δεν είναι τι θέλει η Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά τι είναι αυτό που φοβάται εδώ και αιώνες το Ιράν, ανεξαρτήτως ποιος ηγείται. Αυτό είναι το κλειδί για να κάνει βήματα η αμερικανική διπλωματία προς την ειρήνη, σύμφωνα με ειδικούς.

Σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy ο συνεργάτης του ερευνητικού κέντρου SEPAD του Πανεπιστημίου του Λάνκαστερ Αλί Χασέμ, εξηγεί πως το χρήσιμο ερώτημα είναι τι θέλει ένα κράτος του οποίου τα στρατηγικά ένστικτα διαμορφώθηκαν πολύ πριν από την επανάσταση το 1979 και επέζησαν από κάθε αλλαγή συστήματος έκτοτε.

«Οι Σαφαβίδες, οι Κατζάροι, οι Παχλαβί και η Ισλαμική Δημοκρατία λειτούργησαν όλοι με βάση την ίδια γεωγραφική και ιστορική κληρονομιά. Οι κυβερνήσεις άλλαξαν. Η λογική όχι» σημειώνει στο Foreign Policy.

Ποιά είναι αυτή η λογική λοιπόν;

Η στρατηγική συμπεριφορά του Ιράν καθοδηγείται από μια παραδοχή ότι η αδυναμία του κράτους ενθαρρύνει την επέμβαση. «Οι ήττες στους Ρωσοπερσικούς Πολέμους του 1804-13 και 1826-28 οδήγησαν στις ταπεινωτικές Συνθήκες του Γκιουλιστάν και του Τουρκμεντσάι, με τις οποίες η Περσία έχασε τεράστιες εκτάσεις στον Καύκασο, συμπεριλαμβανομένων περιοχών που σήμερα ανήκουν στη Γεωργία, την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν. Η μνήμη αυτών των ηττών άφησε βαθύ τραύμα, ιδίως επειδή αποκάλυψε πόσο στρατιωτικά και οικονομικά αδύναμη είχε γίνει η Περσία» λέει στο Unherd ο Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινής Έρευνας της Οξφόρδης, Πίτερ Φράνκοπεν.

Αλλά και αργότερα, επισημαίνει ο Χασέμ, η Αγγλορωσική Συνθήκη του 1907 διαίρεσε τη χώρα σε σφαίρες επιρροής χωρίς να συμβουλευτεί Ιρανούς αξιωματούχους.

«Κάθε κυβέρνηση έκτοτε έχει διαβάσει αυτά τα γεγονότα ως μια δομική προειδοποίηση: Ένα κράτος που δεν μπορεί να προβάλλει αποτροπή θα βρει την κυριαρχία του να διοικείται απ’ έξω. Το πυρηνικό πρόγραμμα, το περιφερειακό δίκτυο και το πυραυλικό οπλοστάσιο είναι, σε ένα επίπεδο, απαντήσεις σε αυτή την προειδοποίηση».

Λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν

Είναι αλήθεια ότι οι τοπικοί ηγεμόνες μετά τον 19ο αιώνα συγκέντρωναν τον πλούτο και δίχως να έχουν αναπτύξει ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο, κατέφευγαν στην εύκολη λύση: να βασίζονται σε βραχυπρόθεσμη ξένη βοήθεια, με όλες τις δυνατότητες ανάμειξης που αυτό συνεπάγεται.

«Στα τέλη του 19ου αιώνα, για παράδειγμα, οι ηγεμόνες της Περσίας δανείζονταν επανειλημμένα μεγάλα ποσά από γαλλικές ή βρετανικές τράπεζες ή πουλούσαν παραχωρήσεις που παρείχαν βραχυπρόθεσμη οικονομική ανακούφιση εις βάρος της μακροπρόθεσμης κυριαρχίας».

Από καπνό μέχρι ορυχεία άνθρακα, σιδήρου, χαλκού, μόλυβδου και πετρελαίου και κατασκευή δημοσίων έργων, όλα άρχισαν να παραχωρούνται κυρίως στους Βρετανούς. Για παράδειγμα κλασικό παράδειγμα ήταν η συμφωνία του 1872 με την οποία οι Ιρανοί παρέδιδαν στον αγγλογερμανό επιχειρηματία Πολ Τζούλιους ντε Ρόιτερ. Όπως το έθεσε ο έκπληκτος Βρετανός Λόρδος Κέρζον, αυτό αντιπροσώπευε «την πιο πλήρη και εξαιρετική παράδοση όλων των βιομηχανικών πόρων ενός βασιλείου σε ξένα χέρια που πιθανότατα έχει ποτέ ονειρευτεί, πόσο μάλλον πραγματοποιηθεί, στην ιστορία».

Η αντίδραση ήταν τέτοια που ολόκληρη η Περσία ξεσηκώθηκε προκαλώντας την ακύρωση εκείνης της συμφωνίας.

Δικαιολογημένοι οι ιρανικοί φόβοι

Συνεπώς, οδηγούμαστε και στη δεύτερη παραδοχή, την οποία αρνούνται οι Αμερικανοί, ότι για τους Ιρανούς η κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Εξεγέρσεις όπως εκείνες που οδήγησαν στην ακύρωση της συμφωνία του 1972, η εξέγερση του καπνού στις αρχές της δεκαετίας του 1890 και η εθνικοποίηση της Anglo-Iranian Oil Company το 1951, δείχνουν ότι οι Ιρανοί αντιδρούσαν έντονα σε διαφορετικές εποχές. Όπως θα το έθετε ορθά το 1976 ο Αμεριακνός πρέσβης στο Ιράν, Ρίτσαρντ Χελμς, η πρωταρχική ένταση υπάρχει λόγω της «απροθυμίας του Ιράν να δεχθεί οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση που μπορεί να θίξει την κυριαρχία του».

«Η φράση θα μπορούσε να βρίσκεται εξίσου σε κάθε αναφορά από τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις του 2015, του 2021 και του 2026» σημειώνει ο Χασέμ.

Πριν τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου ο πρώην Αγιατολάχ δήλωνε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ότι ότι η χώρα έχει χειραγωγηθεί και υπονομευθεί από εξωτερικές δυνάμεις, ιδιαίτερα από τη Δύση.

Όπως σημειώνει και ο Πίτερ Φράνκοπεν «είναι  αλήθεια ότι οι ιρανικοί φόβοι συχνά αποδεικνύονταν δικαιολογημένοι» καθώς ο «πρόεδρος Τραμπ επαλήθευσε πολλές από τις προειδοποιήσεις που είχε διατυπώσει ο εκλιπών Αγιατολάχ».

Μια μακρά κληρονομιά

Στην πραγματικότητα, οι Αμερικανοί ήταν εκείνοι δικαίως η εκάστοτε ιρακινή πρωτεύουσα δεν έδειχνε τελικά εμπιστοσύνη. Ακόμα και όταν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Τεχεράνη συνεργάστηκε για το Αφγανιστάν, συμμετείχε στη Διάσκεψη της Βόννης για το πολιτικό μέλλον της χώρας και άνοιξε έμμεσους διαύλους προς την Ουάσινγκτον, η τελευταία τα τίναξε όλα στον αέρα.

Τότε υπενθυμίζεται ότι στην ομιλία του με την φράση Άξονας του Κακού, ο Μπους έθεσε μιλούσε για μια υποθετική συνωμοσία κρατών υπέρ της διεθνούς τρομοκρατίας, ανάμεσα στα οποία συμπεριέλαβε και το Ιράν. Ο πρώην Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Μοχαμάντ Τζαβάντ Ζαρίφ περιέγραψε αργότερα πώς μια «πολιτική συνεργασίας» μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε «πολιτική αντιπαράθεσης».

«Αυτό που ακολούθησε ήταν δομικά προβλέψιμο. Η πεποίθηση του Χαμενεΐ ότι ο στόχος της Ουάσινγκτον ήταν η αλλαγή καθεστώτος και όχι η συνύπαρξη δεν αμφισβητήθηκε από αυτό το επεισόδιο. Επιβεβαιώθηκε» λέει ο Χασέμ.

Η παραπάνω μακρά κληρονομιά εξηγεί γιατί η Τεχεράνη αφιέρωσε τόσο χρόνο, χρήμα και προσπάθεια για να οικοδομήσει δίκτυα πληρεξούσιων οργανώσεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Μπορεί η διάλυση της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και άλλων ένοπλων οργανώσεων να είναι στρατηγική προτεραιότητα για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, αλλά όπως σημειώνει ο Φράνκοπεν από την οπτική της Τεχεράνης, εξελίξεις όπως η βίαιη εκστρατεία του Ισραηλινού Στρατού στη Γάζα δεν είναι απλώς ηθικές θηριωδίες: είναι προσπάθειες αποδυνάμωσης του Ιράν και υπονόμευσης της κυριαρχίας του.

Η εκτίμηση

Έτσι, ο Αλί Χασέμ καταλήγει ότι το να απαιτεί κανείς από το Ιράν να αποσυναρμολογήσει την αρχιτεκτονική αποτροπής του δεν σημαίνει ότι ζητά από την Ισλαμική Δημοκρατία να γίνει πιο μετριοπαθής, σημαίνει ότι ζητά από το Ιράν να αποδεχθεί την κατάσταση που πέντε αιώνες εμπειρίας αναγνωρίζουν ως την κατάσταση από την οποία προέρχεται η καταστροφή.

«Καμία ιρανική κυβέρνηση δεν μπορεί να το παραδώσει αυτό, γιατί κάτι τέτοιο θα επιβεβαίωνε το θεμελιώδες δίδαγμα: Η αδυναμία προσκαλεί την επέμβαση. Η πίεση που προορίζεται να παράγει παραχώρηση, αντίθετα παράγει ακριβώς τη συμπεριφορά που σχεδιάστηκε να σταματήσει» λέει.

Τι ακολουθεί λοιπόν;

Ο Φράνκοπεν κάνει μια εκτίμηση: «Επειδή η Ισλαμική Δημοκρατία αντιλαμβάνεται την πίεση μέσα από αυτό το μακρύ ιστορικό πρίσμα, είναι απίθανο να απαντήσει στην αντιπαράθεση με μεγαλύτερη συνδιαλλακτικότητα. Αντίθετα, η Τεχεράνη πιθανότατα θα διπλασιάσει τις προσπάθειές της στα ίδια ακριβώς εργαλεία που πιστεύει ότι διατήρησαν την ιρανική κυριαρχία επί δεκαετίες: ασύμμετρο πόλεμο, ανασυγκρότηση δικτύων πληρεξουσίων, ενίσχυση πυραυλικών προγραμμάτων, επενδύσεις σε κυβερνοεπιχειρήσεις και διατήρηση της στρατηγικής ασάφειας γύρω από τον εμπλουτισμό ουρανίου, ακόμη κι αν αποδεχθεί βραχυπρόθεσμους χρονικούς περιορισμούς».

Το Βιετνάμ έπρεπε να λειτουργεί ως παράδειγμα

Τι μεγαλύτερη στρατιωτική και πολιτική τραγωδεία των ΗΠΑ, το Βιετνάμ θα έπρεπε να παραδειγματίσει τους Αμερικανούς. Ο Χασέμ υπενθυμίζει ότι ο Χένρι Κίσινγκερ κατάλαβε αργά ότι οι Βορειοβιετναμέζοι πολεμούσαν για κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που υπέθετε: χρόνο, αντοχή και τη σταδιακή διάβρωση της αμερικανικής πολιτικής βούλησης.

Το λάθος του Κίσινγκερ στο Βιετνάμ δεν ήταν η κλιμάκωση· ήταν η υπόθεση ότι η άλλη πλευρά συμμεριζόταν τον δικό του ορισμό της νίκης.

Η Τεχεράνη λειτουργεί με την ίδια λογική. Το Ιράν δεν προσπαθεί να κερδίσει αυτόν τον γύρο. Προσπαθεί να παραμείνει βιώσιμο όταν οι ΗΠΑ χρειαστούν μια έξοδο. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τώρα το ίδιο αδιέξοδο: Δεν μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο με όρους που να μπορεί να υπερασπιστεί εσωτερικά και δεν μπορεί να αποχωρήσει χωρίς ένα πλαίσιο που η Τεχεράνη αυτή τη στιγμή αρνείται να προσφέρει.

Όσο περισσότερο παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο περισσότερο ο πόνος εξαπλώνεται πέρα από το Ιράν, στις αγορές πετρελαίου, στη ναυτιλία, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις οικονομίες που εξαρτώνται από τη σταθερότητα του Κόλπου. Το Ορμούζ δεν βλάπτει μόνο το Ιράν.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 23 Μαϊου 2026
Cookies