Η άνοδος και η πτώση του ιταλοαμερικανού πρωταθλητή πυγμαχίας μεσαίων βαρών Τζέικ Λα Μότα αναδεικνύεται μέσα από τα ασπρόμαυρα κάδρα του Μάικλ Τσάπμαν

Η πρώτη αυθόρμητη κίνηση – και η δημοσιογραφική – είναι να απομονώσεις τα best of. Οταν επιλέγεις, όμως, τις καλύτερες στιγμές τους, αδικείς ακόμη και τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Οι ταινίες τους δεν είναι στιγμιότυπα, αλλά τεράστιες δημιουργικές αντιφάσεις: οράματα για τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, τελετές «δεισιδαιμονίας» που υπονομεύουν την τάξη του, μαγικά τρικ που τον εξαφανίζουν για να τον εμφανίσουν αλλαγμένο. Τι σημασία έχει να επιμένεις στην καλύτερη σκηνή ενός σκηνοθέτη παραγνωρίζοντας το σύνολο του έργου του, με «όλα τα φλούδια και τα κουκούτσια»;

Στις 17 Νοεμβρίου ο Μάρτιν Σκορσέζε συμπλήρωσε το 80ό έτος της ηλικίας του, γεγονός που λειτούργησε ως αφορμή για να τον (ξανα)τιμήσουν σημαντικοί συνοδοιπόροι του. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, επίσης από τη γενιά των «Movie brats» της δεκαετίας του 1970, δήλωσε ότι αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν «δάσκαλο του κινηματογράφου». Και ο Γούντι Αλεν, δαιμόνιος παλμογράφος της νεοϋορκέζικης ελίτ, συνέκρινε εύστοχα τη δική του εικονοποιία της μητρόπολης με εκείνη του «Μάρτι»: «Είναι ένας ποιητής για τη σκοτεινή πλευρά του Μανχάταν, ενώ εγώ παρατηρούσα την πόλη με έναν τρόπο περισσότερο ρομαντικό. Νομίζω ότι η διαφορά μας είναι ότι ο Μάρτι άντλησε τις εντυπώσεις του έχοντας μεγαλώσει στο κέντρο του Μανχάταν, ενώ εγώ από τις χολιγουντιανές ταινίες. Οι εικόνες της δικής του Νέας Υόρκης είναι πολύ αληθινές, ακατέργαστες και ακριβείς, ενώ οι δικές μου βασίζονταν πάντα σε ιδέες για μια πόλη που μπορεί να υπήρξε, μπορεί και όχι».

Αναφέρονταν όλοι σε έναν σκηνοθέτη που αρέσκεται να κινηματογραφεί ανθρώπους – ή θεανθρώπους – σε πτώση. Με πληγές, τραύματα και ενοχές που τσαλακώνουν όλη την προηγούμενη ζωή. Αντιήρωες που εμφανίζονται μέσα στα φώτα της πόλης σαν κογιότ που ξεχύθηκαν από τους χερσότοπους μέσα στις λεωφόρους (το «Collateral» του Μάικλ Μαν, όπου υπάρχει στην πραγματικότητα ένα κογιότ στον δρόμο, μοιάζει αναπάντεχα σκορσεζικό). Κοινότητες καθημερινών ανθρώπων που βλέπουν τα αστέρια μέσα από τον υπόνομο. Ή, όπως έγραφε ο συντάκτης του περιοδικού «Σινεμά» στο εξαιρετικό επετειακό τεύχος για τα 100 χρόνια του κινηματογράφου το 1995 (με διευθυντή τον Γιώργο Τζιώτζιο, αρχισυντάκτη τον Χρήστο Μήτση και υπεύθυνο σύνταξης τον Ορέστη Ανδρεαδάκη): «Από τις σελίδες του Νίκου Καζαντζάκη ως το ριμέικ του «Το ακρωτήρι του φόβου» και το σίκουελ του «The hustler»… συνεχίζει να γυρίζει την ίδια ιστορία (όχι όμως και την ίδια ταινία). Αυτήν ενός ανθρώπου που χάνει τον εαυτό του καθώς ανεβαίνει στην κορυφή του κόσμου και τον βρίσκει ξανά στην απρόσμενη συντριβή του… σε έναν κόσμο βίαιο, εχθρικό και παράλογο».

Σ’ αυτό το προσωπικό μαρτυρολόγιο το «Οργισμένο είδωλο» στέκεται εδώ και χρόνια με αξιώσεις. Η άνοδος και η πτώση του ιταλοαμερικανού πρωταθλητή πυγμαχίας μεσαίων βαρών Τζέικ Λα Μότα αναδεικνύεται μέσα από τα ασπρόμαυρα κάδρα του Μάικλ Τσάπμαν. Είναι η διαδρομή του ίδιου του σκηνοθέτη στους κακόφημους δρόμους της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Και η προσωπική έρημος που διασχίζει ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον δρόμο προς τον περφεξιονισμό (Οσκαρ α’ ανδρικού ρόλου). Αν αξίζει μια λεπτομέρεια από το αριστούργημα του 1980 είναι η ατάκα του πρωταγωνιστή, ο οποίος θυμίζει τα λόγια του Μάρλον Μπράντο – Τέρι Μαλόι στο «Λιμάνι της αγωνίας» του Ελία Καζάν: «Είναι σαν να φτάνεις στην κορυφή και να παίρνεις πάλι τον κατήφορο». Ναι, ο Μάρτι αγαπούσε πάντα τους δασκάλους του.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr