Το 2021 ήταν μια χρονιά μεταβατική και σφραγίστηκε από έντονες εικόνες μιας νέας εποχής που αναδύεται, με ασαφές το περίγραμμά της ακόμη. Από την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν (και την επιστροφή στην εξουσία αυτών εναντίον των οποίων είχε γίνει η επέμβαση) μέχρι τις νέες εντάσεις γύρω από την Ουκρανία, αναδεικνύονται νέες δυναμικές και νέες εντάσεις.

Αυτό με τη σειρά του διαμορφώνει ένα διεθνές περιβάλλον με μεγάλα και ανοιχτά μέτωπα.

1. Η κρίση στην Ουκρανία και ο «Νέος Ψυχρός Πόλεμος»

Στον εν εξελίξει «Νέο Ψυχρό Πόλεμο» η Ουκρανία έχει γίνει το πεδίο όπου συγκεφαλαιώνονται οι αντιθέσεις. Τα γεγονότα του 2014, η κυβερνητική αλλαγή στο Κίεβο, η κρίση στην ανατολική Ουκρανία και η εκ νέου ενσωμάτωση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, όπως και οι κυρώσεις που ακολούθησαν, σηματοδότησαν την πρώτη μεγάλη επιδείνωση των σχέσεων της Δύσης με τη μετακομμουνιστική Ρωσία. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό το ζήτημα, προειδοποιώντας τη Μόσχα για σοβαρότατες κυρώσεις σε περίπτωση επιθετικής κίνησης, αποφεύγοντας όμως να μιλήσει και για παραπέρα στρατιωτική εμπλοκή που θα σήμαινε και ευθεία αντιπαράθεση με τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις. Από τη μεριά της, η Ρωσία έχει κάνει σαφές ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια της κυβέρνησης του Κιέβου θα αντιμετωπιστεί με τρόπο συντριπτικό.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία έχει κάνει σαφές ότι η έξοδος από την κρίση περνάει μέσα από την υιοθέτηση αρχών συλλογικής ασφάλειας που περιλαμβάνουν τη μη περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά και την αποφυγή παράταξης επιθετικών οπλικών συστημάτων κοντά στα ρωσικά σύνορα. Οι ΗΠΑ από τη μεριά τους ταλαντεύονται ανάμεσα στην επιμονή στο δικαίωμα των κρατών να μπουν στο ΝΑΤΟ και ουσιαστικά μια προσπάθεια διαμόρφωσης μιας υγειονομικής ζώνης απέναντι στη Ρωσία και από την άλλη την προσπάθεια να διατηρήσουν σημεία διαλόγου. Η ΕΕ βλέπει μια βασική πλευρά της ενεργειακής πολιτικής της, η εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία, να γίνεται επίδικο μιας συνολικότερης αντιπαράθεσης, με επίκεντρο το μέλλον του αγωγού Nord Stream 2.

Την ίδια στιγμή η κρίση αυτή συνδέεται με το ευρύτερο ερώτημα για τις νέες διαιρέσεις στον κόσμο και το εάν πηγαίνουμε σε μια διαίρεση ανάμεσα στη Δύση και μια αναδυόμενη «ευρασιατική» σύγκλιση ανάμεσα στην Ρωσία και την Κίνα, διαίρεση όχι μόνο γεωπολιτική αλλά και οικονομική εάν συνυπολογίσουμε το ερώτημα της αποσύνδεσης των δύο πόλων, όπου ο ένας θα είναι και ουσιαστικά αποδολαριοποιημένος.

2. Η αντιπαράθεση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Το 2021 ήταν η χρονιά που είχαμε την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Είχε προηγηθεί η εκλογή Μπάιντεν και η ανακοίνωση ότι οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στη συζήτηση για τη συμφωνία του 2015, από την οποία είχαν αποχωρήσει μονομερώς επί προεδρίας Τραμπ, αλλά και οι προεδρικές εκλογές στο Ιράν και η νίκη της πτέρυγας των «σκληροπυρηνικών» που υποστήριξαν τον Εμπραχίμ Ραϊσί. Η διαπραγμάτευση μέχρι τώρα έχει αποδειχτεί δύσκολη, καθώς το Ιράν ζητά την πλήρη επιστροφή στην αρχική συμφωνία, την ώρα που οι ΗΠΑ ακόμη ταλαντεύονται. Ας μην ξεχνάμε ότι το επίδικο δεν αφορά τόσο το ίδιο το πυρηνικό πρόγραμμα, όσο το πώς θα σταθούν οι ΗΠΑ απέναντι στη διαπίστωση ότι το Ιράν παραμένει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη, στηρίζεται στις συμμαχίες του «άξονα της αντίστασης» (από τον Λίβανο και τη Χεζμπολάχ μέχρι τους αντάρτες Χούθι στην Υεμένη), έχει αποδείξει ότι δεν κάμπτεται με κυρώσεις όπως και ότι θα αντιστεκόταν σε οποιοδήποτε προσπάθεια χερσαίας επέμβασης ή «αλλαγής καθεστώτος». Και όσο και εάν το Ισραήλ πιέζει για κάποιου είδος στρατιωτική δράση που θα ακύρωνε το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και και ενείχε τον κίνδυνο μιας γενικευμένης ανάφλεξης δεδομένων των πραγματικών αμυντικών δυνατοτήτων της Ισλαμικής Δημοκρατίας, οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής δείχνουν περισσότερο να προκρίνουν μια έστω και δύσκολη διαδικασία συνεννόησης.

3. Η επόμενη μέρα στο Αφγανιστάν και το νέο τοπίο στην Κεντρική Ασία

45 χρόνια μετά την αποχώρηση από το Βιετνάμ, με ελικόπτερα από την αμερικανική πρεσβεία στην Σαϊγκόν, οι ΗΠΑ βρέθηκαν τον Αύγουστο του 2021 να ολοκληρώνουν βιαστικά την απομάκρυνση των δυνάμεών τους από την Καμπούλ την ώρα που η κατάρρευση της κυβέρνησης της Καμπούλ και συνολικά ενός κρατικού μηχανισμού που χρηματοδοτήθηκε αδρά για να συγκροτηθεί, οδηγούσε στην επιστροφή στην εξουσία αυτών εναντίον των οποίων είχε γίνει η επέμβαση του 2001. Την ίδια στιγμή, οι Ταλιμπάν δείχνουν να επιδιώκουν πολύ περισσότερο τη διεθνή αναγνώριση, παρά την εμπλοκή σε μια «παγκόσμια τζιχάντ» (που άλλωστε είναι μάλλον άσχετη με το Παστούν εθνικισμό και το συντηρητικό Ισλάμ που πρεσβεύουν), την ώρα που έστω και αμήχανα η «διεθνής κοινότητα» συνειδητοποιεί ότι αντιπροσωπεύουν το κοντινότερο σε σταθερότητα που μπορεί να βρεθεί στην περιοχή. Αυτό με τη σειρά του έχει ήδη πυροδοτήσει έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για την επιρροή στην περιοχή, με τη Ρωσία, την Κίνα αλλά και το Πακιστάν να επενδύουν στις καλές σχέσεις που έχουν με τους Ταλιμπάν και τις ΗΠΑ και τη Δύση να αναζητούν επίσης τρόπους συνεννόησης.

4. Το νέο τοπίο στη Μέση Ανατολή

Στη Μέση Ανατολή διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο τοπίο. Μπορεί τα βήματα να είναι διστακτικά, μπορεί να απουσιάζουν οι μεγάλες πρωτοβουλίες, μπορεί να διατηρείται όλο το προηγούμενο πλέγμα των διαχωριστικών γραμμών αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν και νέα στοιχεία. Η σταδιακή «απόσυρση» των ΗΠΑ, έχει πυροδοτήσει μια τάση αναζήτησης μορφών συνεννόησης που τροποποιεί το πεδίο. Ο νέος «ρεαλισμός» των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ως ένα βαθμό της Σαουδικής Αραβίας σε σχέση με το Ιράν, η εγκατάλειψη των «Συμφωνιών του Αβραάμ» (όχι όμως και της «εξομάλυνσης» με το Ισραήλ), η υπέρβαση του προηγούμενου ρήγματος με το Κατάρ, η προοπτική της ανοικοδόμησης της Συρίας, διαμορφώνουν σταδιακά νέο τοπίο. Την ίδια στιγμή, σε αντίθεση με την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «τελειωμένο» ζήτημα (με αποκορύφωμα τα σχέδια Νετανιάχου για προσάρτηση της Δυτικής Όχθης), το Παλαιστινιακό παραμένει ενεργό θέμα, όπως φάνηκε και από την πρόσφατη ανάφλεξη και στη Γάζα αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του Ισραήλ.

5. Η επερχόμενη σύγκρουση στον Ινδοειρηνικό και η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα

Η κλιμακούμενη αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα μπορεί να έχει κυρίως τη μορφή του οικονομικού ανταγωνισμού. Όμως, υπάρχει ολοένα και περισσότερο μια γεωπολιτική διάσταση, που έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η Κίνα συστηματικά επενδύει και στις ένοπλες δυνάμεις της. Αυτό διαμορφώνει ένα διαρκές σκηνικό έντασης στην ευρύτερη περιοχή του Ινδοειρηνικού.

Αυτό αφορά τόσο τις εντάσεις ειδικά στη Νότια Σινική Θάλασσα, μια περιοχή  από όπου περνάει το ένα τρίτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου και στην οποία η Κίνα έχει συγκεκριμένες εδαφικές αξιώσεις που τις υποστηρίζει ακόμη και με την κατασκευή τεχνητών νήσων, όσο και τις ευρύτερες συμμαχίες στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρόσφατη συμφωνία AUKUSA ανάμεσα στην Αυστραλία, στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, που περιλαμβάνει και την εξασφάλιση ότι η πρώτη θα αποκτήσει πυρηνοκίνητα υποβρύχια, εντάσσεται ακριβώς σε μια προσπάθεια αναβάθμισης της «δυτικής» θαλάσσιας στρατιωτικής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή του Ινδοειρηνικού. Σε αντίστοιχη κατεύθυνση και η προσπάθεια των ΗΠΑ να αναβαθμιστεί η συμμαχία του «Τετραμερούς Διαλόγου Ασφαλείας» (Quad) ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ινδία, την Αυστραλία και την Ιαπωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι χώρες της περιοχής είναι τόσο έτοιμες να προχωρήσουν σε μια κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Πεκίνο, ιδίως όταν οι οικονομικές σχέσεις στην ευρύτερη περιοχή παραμένουν ιδιαίτερα αναβαθμισμένες.

Την ίδια στιγμή ο ευρύτερος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα έχει και μια ειδική επικέντρωση στο θέμα της Ταϊβάν. Η επιστροφή των ΗΠΑ σε μια ρητορική που τείνει προς τη λογική της αναγνώρισης της Ταϊβάν (αν και όχι με τόσο ρητό τρόπο) παράλληλε με την ανακοίνωση ότι η Κίνα κινείται σε μια τροχιά ώστε σε σχετικά βραχύ χρόνο να έχει τη στρατιωτική δυνατότητα να καταλάβει την Ταϊβάν, έδωσαν μια νέα βαρύτητα στη χρόνια αντιπαράθεση αυτή. Όλα αυτά επικαθορίζονται και από το γεγονός  ότι μια νεώτερη γενιά κατοίκων της Ταϊβάν είναι πιο επιφυλακτική ως προς το ενδεχόμενο επανένωσης μετά και την εμπειρία του Χονγκ Κονγκ ως προς την πρακτική μορφή της λογικής «μία χώρα δύο συστήματα», την ώρα που η οικονομία της Ταϊβάν διαθέτει υψηλό βαθμό διασύνδεσης με την κινεζική ενδοχώρα. Σε κάθε περίπτωση, έστω και σε ρητορικό επίπεδο, το ζήτημα αυτό θα επανέρχεται στο προσκήνιο όλο και πιο συχνά.

6. Η διαρκής αμηχανία της ευρωπαϊκής ανασυγκρότησης

Με το «Ταμείο Ανάκαμψης», το NextGeneratiοnEU να ξεκινά να ξεδιπλώνεται, η ΕΕ δείχνει να μην βρίσκεται σε μια από τις παραδοσιακές της κρίσεις. Ωστόσο, την ίδια στιγμή δεν παύει να έχει αποφύγει για μεγάλο διάστημα να αναμετρηθεί με τα στρατηγικά της προβλήματα. Η αντιπαράθεση με τις χώρες της διεύρυνσης για τα θέματα κράτους δικαίου καταδεικνύει ότι ακόμη η έννοια των «κοινών κανόνων» δεν έχει εμπεδωθεί πλήρως, την ώρα που η εκκίνηση της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας επαναφέρει το ερώτημα εάν η ενοποίηση πρέπει να παραμείνει ταυτισμένη με τη σκληρή λιτότητα. Το ερώτημα για το εάν θα υπάρξει «κοινή εξωτερική πολιτική» παραμένει αναπάντητο την ώρα που η ΕΕ υφίσταται τις επιπτώσεις της αντιπαράθεσης ΗΠΑ και Ρωσίας, ιδίως στο ενεργειακό. Πάνω από όλα, το ενδημικό «δημοκρατικό έλλειμμα» που μεταφράζεται σε μια διαρκώς σοβούσα κρίση νομιμοποίησης εξακολουθεί να παρακάμπτεται ή να κρύβεται πίσω από μια γενικόλογη ρητορική, την ώρα που η επαναφορά της συζήτηση για κοινή πολιτική άμυνας προσπερνά τα ελλείμματα στην πολιτική ενοποίηση.

7. Οι ανοιχτές πληγές της Αφρικής

Η αναβολή των εκλογών στη Λιβύη, ήταν περίπου δεδομένη εκ των προτέρων, ιδίως από όσους παρατηρούσαν τα προβλήματα που έπρεπε να ξεπεραστούν. Αυτό ήρθε να υπογραμμίσει πόσο εύθραυστη είναι η τρέχουσα ισορροπία ανάμεσα σε αντιμαχόμενες πλευρές που δεν έχουν καταφέρει ακόμη να βρουν κοινό τόπο και η οποία εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεχιζόμενη παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και μισθοφορικών (με τη μεσολάβηση από τη μια της Τουρκίας από την άλλη της Ρωσίας), παρουσία που με τη σειρά της αποτελεί επίσης μέρος του προβλήματος. Ως αποτέλεσμα παρότι κανένας δεν θέλει αυτή η χώρα να ξανακυλήσει στον εμφύλιο πόλεμο, δεν είναι και εύκολα δεδομένο πώς θα μπορέσει να αποκτήσει μια συνεκτική πολιτικά και θεσμικά διακυβέρνηση.

Όμως αυτή δεν είναι η μόνη ανοιχτή πληγή στην Αφρική. Περιοχή με σημαντικό συνολικό κοινωνικό και οικονομικό δυναμισμό, αλλά και μεγάλα προβλήματα, έχει διάφορα σημεία ανάφλεξης. Η σύγκρουση στο Σάχελ συνεχίζεται και η προσπάθεια της Γαλλίας να εξασφαλίσει ευρύτερη στήριξη στην προσπάθειά της εκεί αντανακλά και την πραγματική δυσκολία να αντιμετωπιστούν τα ισλαμικά ένοπλα κινήματα σε μία εκτεταμένη περιοχή.

Την ίδια στιγμή η πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Αιθιοπίας να προχωρήσει σε αναζωπύρωση της εμφύλιας σύγκρουσης με του Τιγκράι απειλεί τη σταθερότητα μιας ευρύτερη περιοχής, ενώ δεν βοηθάει το κλίμα και ο τρόπος που χειρίζεται την υπόθεση του μεγάλου φράγματος στον Νείλο που απειλεί συνολικά τις πολύτιμες ροές του ποταμού προς χώρες όπως η Αίγυπτος. Αλλά και το εν μέρει πραξικόπημα στο γειτονικό Σουδάν ήρθε να υπογραμμίσει πόσο ασταθείς μπορεί να είναι οι διαδικασίες πολιτικής μετάβασης σε αυτές τις χώρες.

8. Το μετέωρο βήμα της Τουρκίας του Ερντογάν

Το 2022 θα είναι μια χρονιά δοκιμασίας για τη συνολική πολιτική φιλοδοξία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μια σειρά από τάσεις που έχουν φανεί ήδη εδώ και καιρό θα κληθούν να απαντήσουν στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Η ανορθόδοξη οικονομική επιμονή του σε χαμηλά επιτόκια σε μια χώρα με υψηλό πληθωρισμό και διαρκή κατρακύλα της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος, καλείται τους επόμενους μήνες να δείξει ότι θα φέρει όντως την ανάπτυξη ή ένα θα βυθίσει σε βαθιά κρίση την τουρκική οικονομία και κοινωνία.

Το κουρδικό παραμένει ανοιχτή πληγή και η αντοχή του HDP το κάνει και παράγοντα που επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις. Από την άλλη, το μεγάλο άνοιγμα της Τουρκίας, στην προσπάθεια να κατοχυρώσει θέση και ρόλο «περιφερειακής δύναμης», από την παρουσία στο Συριακό έδαφος και την εμπλοκή στη λιβυκή κρίση μέχρι τη «διπλωματία των drones» ακόμη και σε περιοχές όπως ο Καύκασος που η Ρωσία θεωρεί ότι αποτελεί δεδομένη «ζώνη ευθύνης» της, μένει να φανεί ότι θα μπορέσει να έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα ή θα μετατραπεί σε πολιτική και οικονομική αιμορραγία. Σε κάθε περίπτωση το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Τουρκία θα καταφέρει να παγιώσει αυτό τον αναβαθμισμένο ρόλο, ή εάν ο τρόπος που διαχειρίζεται τις συμμαχίες αλλά και τις αντιπαραθέσεις της την κάνει ολοένα και περισσότερο ένα πρόβλημα για τη διεθνή σκηνή

9. Το ερώτημα Ινδία

Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα σε πληθυσμό στον κόσμο (και πιθανώς σχετικά σύντομα η πρώτη), έχει παράλληλα με τις μεγάλες ανισότητες και πραγματικό οικονομικό δυναμισμό, και βέβαια έχει μια έντονα εθνικιστική ηγεσία που διεκδικεί αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο. Την ίδια στιγμή η στάση της Ινδίας παραμένει η μεγάλη πρόκληση για τις άλλες μεγάλες δυνάμεις. Οι ΗΠΑ εδώ και πολύ καιρό προσπαθούν να τη συμπεριλάβουν σε μια δυνάμει αντικινεζική συμμαχία, εκμεταλλευόμενες και τις πάγιες εδαφικές διαφορές ανάμεσα Κίνα και Ινδία, χωρίς όμως ακόμη το Νέο Δελχί να έχει επιλέξει ένα τέτοιο δρόμο, την ώρα που η Ρωσία διατηρεί έναν αυξημένο βαθμό συνεννόηση με την Ινδία. Εάν προσθέσουμε σε όλα αυτά τη διαρκή αντιπαράθεση για το θέμα του Κασμιρ με το Πακιστάν (αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πυρηνικές δυνάμεις είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε το βάθος του προβλήματος και των ερωτημάτων για το ρόλο που μπορεί να παίξει η Ινδία στο μέλλον.

10. Η νέα κούρσα των εξοπλισμών

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως όταν ο Τζωρτζ Μπους αποφάσισε πριν από 20 χρόνια την έξοδο των ΗΠΑ από τη συνθήκη για τον περιορισμό των αντιβαλλιστικών οπλικών συστημάτων, ουσιαστικά έβαλε τις βάσεις για μια νέα κούρσα των εξοπλισμών, καθώς οι αντιβαλλιστικές συστοιχίες αποτελούν ουσιωδώς επιθετικά όπλα εφόσον σκοπός τους είναι να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό «πρώτο χτύπημα». Τα τελευταία χρόνια αυτή η δυναμική έχει γίνει ακόμη πιο σαφής καθώς Ρωσία, Κίνα και ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε έναν αγώνα δρόμου για την ανάπτυξη υπερηχητικών πυραυλικών συστημάτων και πιο συγκεκριμένα πυραυλικών συστημάτων που να μπορούν να κινούνται σε ταχύτητα ανώτερες από Μαχ 5 (δηλαδή μεγαλύτερες από πέντε φορές την ταχύτητα του ήχου ή άνω των 6174 χιλιομέτρων την ώρα) πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να ξεπεράσουν αρκετά από τα σημερινά αντιβαλλιστικά συστήματα και την ίδια ώρα να μπορούν να κάνουν ελιγμούς (σε αντίθεση με την πιο δεδομένη τροχιά των κεφαλών των «παραδοσιακών» διηπειρωτικών πυραύλων). Η Ρωσία και η Κίνα φαίνεται να έχουν κάνει τη μεγαλύτερη πρόοδο αλλά τώρα και οι ΗΠΑ προσπαθούν να καλύψουν το κενό.

Και βέβαια επιστρέφει η ανησυχία, που σφράγισε και τον προηγούμενο ψυχρό πόλεμο, πότε οι χώρες με τέτοια οπλικά συστήματα θα κρίνουν μπορούν να περάσουν από την «αποτρεπτική» λειτουργία τέτοιων συστημάτων (την ειρήνη διά της «αμοιβαία εγγυημένης καταστροφής») στην επιθετική χρήση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr