«Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί». Ήμασταν νέοι, πολύ νέοι. Ο Γρηγορόπουλος ήταν μόλις 15 ετών. Εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια ένας ειδικός φρουρός, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, ύψωσε το χέρι του και χτύπησε στην καρδιά το παιδί. Είχαμε τον πρώτο νεκρό της γενιάς μας.

Εμείς θα ξεκινούσαμε εξέγερση, οι άλλοι συκοφαντίες. «Η σφαίρα εξοστρακίστηκε» θα έλεγαν. «Επιτέθηκαν στον Κορκονέα με μολότοφ» θα έλεγαν. Ότι είχαμε νεκρό άργησαν πολύ να το πούνε.

Κι έπειτα, οργή. Όχι χάος, οργή. Επειδή ήμασταν νέοι. Ακούσαμε το «μπαμ», όλοι στα Εξάρχεια συχνάζαμε τότε. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο που ο ειδικός φρουρός επιτέθηκε σε νέο των Εξαρχείων. Για καλή του τύχη, όμως, ο Αλέξης δεν ήταν μόνος του, είχε εμάς. Αγνώστους μα φίλους του.

Δεν θα την ξεχάσω ποτέ εκείνη τη νύχτα. Στα παγκάκια έκλαιγαν άγνωστοι δίπλα – δίπλα. Εμείς τρέχαμε λεφούσι από στέκι σε στέκι να συνεννοηθούμε για την επιτόπια πορεία. Συγκεντρωθήκαμε έξω από το στέκι Μεταναστών, απέναντι από την πλατεία. Η οδός Μεσολογγίου, εκεί που έπεσε νεκρός ο Αλέξης, είχε αίματα. Κάποια στιγμή στάθηκαν στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας δύο παιδάκια, το πολύ δεκαπέντε. Μπουκάλι, βενζίνη, στουπί -τι να τους λέγαμε; Ποιον θα άκουγαν; Ξαφνικά, σταμάτησαν κι άρχισαν να κλαίνε, να κλαίνε… Όλοι κλαίγαμε.

Εκείνο το βράδυ μπήκαμε στη Νομική σχολή και ξαναβρήκαμε μετά από δύο εβδομάδες. Τότε έλεγαν πως είμαστε ταραξίες. Δεκατρία χρόνια αργότερα, μας θυμούνται ακόμη. Τότε λέγανε ότι κάνουμε πλιάτσικο. Δεκατρία χρόνια αργότερα, καταθέτουν στεφάνια. Έτσι είναι οι εξεγέρσεις, τις αποκαθιστά ο χρόνος.

Η προπαγάνδα ήταν ασύλληπτη. Ο κόσμος νόμιζε ότι θα καούμε ζωντανοί μέσα στη Νομική, ότι βάλαμε φωτιά στην εθνική βιβλιοθήκη! Αλλά εμείς ανοίξαμε τη σχολή μας σε φοιτητές,σε σωματεία,σε μαθητές. Στον πρώτο όροφο, τα σωματεία. Στον πέμπτο εμείς, οι φοιτητές. Στον έβδομο οι μαθητές. Οργανωνόμασταν.

Μοιράζαμε και φαγητό σε αστέγους. Μία μέρα ήρθε στη σχολή κάποια μητέρα φοιτητή να μας κατσαδιάσει. Η γυναίκα είχε ταξιδέψει από την επαρχία φοβισμένη πως κινδυνεύει το παιδί της. Μιλούσαμε για ώρα, της εξηγούσαμε αυτήν την αγανάκτηση που πηγάζει από το στομάχι. Η γυναίκα έφυγε κλαίγοντας, μας ευχήθηκε καλή δύναμη. Καλό αγώνα.

Κι ήμασταν πράγματι αγωνιστές, γιατί κάναμε την εξέγερση που προέβλεψε το μέλλον: Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες/ ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες.

Αυτό φωνάζαμε κι αυτό αντιπροσωπεύει τον Δεκέμβρη μας. Ήταν η περίοδος που η κυβέρνηση Καραμανλή δώρισε στις τράπεζες 27 δις. Ήταν, επίσης, η περίοδος που ακολούθησε τη μεγάλη γαλλική εξέγερση των νέων για να μην καθιερωθεί το μπλοκάκι, για να έχουν εργασιακά δικαιώματα, μισθούς αξιοπρεπείς. Για να μπορούν να ζούνε άφοβα, φτωχοί, μετανάστες, περιθωριακοί των προαστίων αλλά άφοβα.

«Δεν θα γίνουμε η γενιά των 700 ευρώ» φωνάζαμε. Και δεν γίναμε, γίναμε των 500. Από μια άποψη, το αίτημα εκπληρώθηκε.

Ήταν οι πιο ευτυχισμένες μας μέρες, ήμασταν παντού. Κοιμόμαστε στη σχολή, τα ΑΤΜ ήταν καμμένα και δεν είχαμε φράγκο. Έτρωγα μια σοκοφρέτα την ημέρα. Το σώμα μας ήταν μελανιασμένο από το ξύλο, τα παπούτσια μας έλιωσαν από τις κρότου-λάμψης, τα δακρυγόνα μας μαύρισαν τους πνεύμονες- βήχαμε και φτύναμε μαύρα στίγματα.

Κανένας δεν ήταν με το μέρος μας. Οι μεγάλοι νόμιζαν ότι το παρακάνουμε. Το ΚΚΕ έλεγε πως στην αληθινή εξέγερση δεν θα σπάσει ούτε βιτρίνα, αλλά πέρυσι, για πρώτη φορά, αντιπροσωπεία της ΚΝΕ κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο του Γρηγορόπουλου.

Όμως, είχαν όλοι άδικο, όλοι. Γιατί οι νέοι ξέρουν πάντοτε καλύτερα. Βλέπαμε ότι κάτι χαλάει, βλέπαμε ότι το μέλλον μας είναι αβέβαιο, ότι ο κόσμος αλλάζει με τρόπους που μας κλέβει την ζωή. Είδαμε πως θέλουν να δουλεύουμε με μπλοκάκι για ψίχουλα. Είδαμε ότι προτιμούν να δώσουν χρήματα στις τράπεζες παρά στην παιδεία. Είδαμε ότι το πτυχίο μας δεν έχει πια αξία. Είδαμε την οικονομία να καταρρέει. Το είδαμε, επειδή ήμασταν νέοι κι είχαμε όνειρα κι αν τα όνειρα υποθηκεύονται, οι νέοι πάντα το ξέρουν.

Είχαμε απόλυτο δίκιο. Την επόμενη χρονιά ο Γιώργος Παπανδρέου αναγγέλλει την είσοδο στα μνημόνια. Φορούσαμε τα ίδια παπούτσια με τις λιωμένες σόλες.

Ο Δεκέμβρης ήταν μίας τεράστιας σπουδαιότητας εξέγερση, γιατί οργανώσετε κοινωνικές αντιστάσεις. Όταν ήρθαν τα μνημόνια, η κοινωνία είχε φτιάξει συνελεύσεις στις γειτονιές, έμαθε την αλληλεγγύη, το «μαζί». Οργανώθηκαν αμέσως δίκτυα συλλογής ειδών ανάγκης, συλλογικές κουζίνες και συσσίτια. Κι όταν πλέον ήρθε το κίνημα των πλατειών, ξέραμε πολύ καλά πώς να πολεμάμε στους δρόμους. Το ξέραμε και το διδάξαμε στους παλιότερους που μας είχαν αμφισβητήσει.

Αυτός ήταν ο ρόλος του Δεκέμβρη. Δεν άλλαξε τον κόσμο. Οι εξεγέρσεις γίνονται από λίγους κι οι επαναστάσεις από πολλούς. Δεν άλλαξε τον κόσμο,αλλά τον προετοίμασε για τις επόμενες εποχές.

Όταν τελείωσε η μάχη μας, πήγαμε στις γειτονιές, αυτοοργανωθήκαμε. Προσφέραμε στέγη σε μετανάστες, διεκδικήσαμε. Προετοιμάσαμε τα κοινωνικά αντανακλαστικά για τους αντιμνημονιακούς αγώνες. Ενηλικιώθηκε μια γενιά. Έμαθε να διεκδικεί. Και τώρα,13 χρόνια μετά, δεν ξεχάσαμε τίποτα. Τα παίξαμε όλα για όλα και, τελικά, κερδίσαμε την ανθρωπιά που χαρίζουν οι εξεγέρσεις.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr