Ο Τίτος Μυλωνόπουλος είναι ένα όνομα θρυλικό στον χώρο των ελληνικών εκδόσεων, ο άνθρωπος που στη δεκαετία του 1980 έφτιαξε τις εκδόσεις Οδυσσέας, από τις ομορφότερες σε ό,τι είχε σχέση με τους τίτλους που επέλεγαν, το περιεχόμενο, αλλά και με το απέριττο, καθαρό και συγκεκριμένο design (είχαν πάντα το ίδιο στυλ εξωφύλλου, ένα συγκεκριμένο «κάδρο» όπου το μόνο που άλλαζε ήταν το χρώμα. Στο κέντρο του εξωφύλλου, με τα ίδια πάντα στοιχεία, φαινόταν απλώς το όνομα του συγγραφέα και ο τίτλος του βιβλίου).

Πολύ πριν ασχοληθεί με τις εκδόσεις, φοιτητής ακόμα, ο Μυλωνόπουλος για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, έπιασε κάποια στιγμή δουλειά σε ένα τυπογραφείο της οδού Σωκράτους, ένα υπόγειο κάπου στην Ομόνοια.

«Τι ξέρεις να κάνεις;» τον ρώτησε ο τυπογράφος.

«Να διορθώνω κείμενα» απάντησε ο Μυλωνόπουλος.

Ετσι προσελήφθη. Μιλάμε για την εποχή της λινοτυπίας, της περίπλοκης μεθόδου στοιχειοθεσίας μέσω της οποίας επί πολλά χρόνια τυπώνονταν οι εφημερίδες. Στη λινοτυπία, η οποία εξαφανίσθηκε όταν ακολούθησε η μονοτυπία και στη συνέχεια η φωτοσύνθεση, κάθε αράδα μιας σελίδας φτιαχνόταν ξεχωριστά. Αν σε μια αράδα ο διορθωτής έβρισκε λάθος, τότε αναγκαστικά ολόκληρη η αράδα θα έπρεπε να φτιαχτεί από την αρχή, ή να «κτυπηθεί» από την αρχή για να χρησιμοποιήσω τη διάλεκτο του επαγγέλματος εκείνη την εποχή.

Η ώρα περνούσε, ο Μυλωνόπουλος έκανε σχολαστικά τη δουλειά του. Ερχεται κάποια στιγμή το αφεντικό και τον ρωτά τι κάνει επιτέλους και έχει περάσει τόσο πολλή ώρα. «Διορθώνω» απαντά ο Μυλωνόπουλος, «έχει πολλά λάθη». Και η απάντηση του αφεντικού: «Ελα ρε, τα ψάρια δεν ξέρουν γράμματα!». Λίγο αργότερα, την ίδια μέρα, ήρθε όντως ένας ψαράς για να πάρει ό,τι είχε απομείνει και να τυλίξει τα ψάρια του γιατί η ψαραγορά περίμενε…

Την ιστορία μου την αφηγήθηκε ένας έμπειρος επαγγελματίας στον χώρο των εκδόσεων, ο φίλος Γιάννης Μαμάης (εκδόσεις Gutenberg). Τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα. Αστεία φυσικά, αλλά συγχρόνως πικρή. Αστεία επειδή, αρκεί να φανταστούμε όλη αυτή τη σκηνή που περιγράφηκε παραπάνω και το χαμόγελο, το θέλουμε ή όχι, θα σχηματιστεί στο πρόσωπο. Πικρή γιατί σε κάνει και σκέφτεσαι την πραγματικότητα. Πού καταλήγει τελικά όλος αυτός ο κόπος που κάθε συντάκτης καταβάλλει προκειμένου να «βγάλει» ένα καλό κομμάτι; Η έρευνα, η σκέψη, η τακτοποίηση αυτής της σκέψης, στη συνέχεια το πέρασμά της σε ένα κείμενο, το διάβασμα και ξαναδιάβασμά του, πριν τελικά παραδοθεί. Είναι δυνατόν όλη αυτή η δουλειά να καταλήγει σε χαρτί… περιτυλίγματος ψαριών; Δεν είναι και τόσο όμορφο, ούτε ως όψη, ούτε ως σκέψη.

Από την άλλη μεριά βέβαια, η διάρκεια ζωής μιας εφημερίδας, όπως η ίδια η λέξη το λέει, είναι μία ημέρα, επομένως αν η χρησιμότητά της, μόλις αυτή η ημέρα τελειώσει, είναι για το περιτύλιγμα ψαριών – γιατί όχι;

Ομως μια εφημερίδα δεν φτιάχνεται με σκοπό να απευθυνθεί σε ψάρια που δεν ξέρουν γράμματα (ακόμα και αν σε αυτά μπορεί να καταλήξει), αλλά σε ανθρώπους που ξέρουν. Και η σωστή εφημερίδα οφείλει να ακολουθεί με συνέπεια τους κανόνες των γραμμάτων για να καταφέρει να πείσει τους ανθρώπους που την αγοράζουν για να τη διαβάσουν ότι έχει κύρος, ουσία και αξία. Οτι τελικά παίζει κάποιο ρόλο στην κοινωνία μας. Επομένως οι Μυλωνόπουλοι αυτής της ζωής ήταν, είναι και πάντα θα είναι απαραίτητοι για το σωστό τελικό αποτέλεσμα μέσω του οποίου η κάθε εφημερίδα θα κερδίζει και θα ξανακερδίζει και θα ξανακερδίζει τους αναγνώστες της.

Γιατί ο αγώνας είναι καθημερινός και τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο – ειδικότερα σήμερα όπου βλέπουμε τα πράγματα να αλλάζουν διαρκώς και με ραγδαίο τρόπο. Ειδικότερα σήμερα που το Διαδίκτυο έχει επιβάλει τους δικούς του κανόνες, το δικό του συντακτικό, τη δική του γραμματική, τη δική του πραγματικότητα. Και ξέρετε κάτι; Δεν νομίζω ότι το Διαδίκτυο θα καταλήξει ποτέ σε κάτι παρόμοιο με χαρτί περιτυλίγματος ψαριών. Νομίζω όμως, ότι αν τα ψάρια θα μπορούσαν ποτέ να μάθουν γράμματα, από μια σωστή εφημερίδα θα τα μάθαιναν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr