Σαν σήμερα, 3 Νοεμβρίου το 1922, γεννήθηκε ο ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, Σπύρος Καλογήρου. Ήταν εκείνος που ταυτίστηκε τόσο με τους ρόλους του «κακού» που ενσάρκωνε στις κινηματογραφικές του ταινίες ώστε όπως έλεγε ο ίδιος, τα παιδιά της γειτονιάς του τον φοβόντουσαν.

Χαρακτηριστικό του ήταν η τρεμάμενη φωνή του και το άγριο παρουσιαστικό του. Όποιος ακούει το όνομα του θυμάται τη θρυλική ατάκα «είναι πολλά τα λεφτά Άρη», από την ταινία «Λόλα», και φέρνει στο νου του το δυνατό και άγαρμπο «μπου χα χα» σατανικό γέλιο του. Πίσω από το προσωπείο του «κακού», όμως, κρυβόταν ένας γλυκός άνθρωπος γεμάτος ευαισθησία και τρυφερότητα που έγραφε ρομαντικά στιχάκια για τη γυναίκα του, Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

Ο Σπύρος Καλογήρου ήταν γέννημα θρέμμα Αθηναίος. Γεννήθηκε στην Κυψέλη και μεγάλωσε στα Σεπόλια με τη φροντίδα της μητέρας του της «Ηρωίδας» όπως την αποκαλούσε ο ίδιος.

Αφού τελείωσε το δημοτικό τελείωσε τη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, όπου γράφτηκε για το φαγητό που προσέφεραν στους σπουδαστές αφού ο ίδιος ερχόταν από φτωχή οικογένεια.

Την περίοδο της Κατοχής, όπως υποστήριζε ο ίδιος ο Καλογήρου, υπήρξε σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων και λωποδύτης, χωρίς κανείς να μάθει ποτέ αν έλεγε αλήθεια ή όχι.

«Να τα πουλάς και να τα αγοράζεις όλα. Να τον ξεγελάσεις, να τον κλέψεις, να τον φέρεις βόλτα τον Γερμανό», ήταν η τακτική του κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Ξεκίνησε να εργάζεται ως φωτογράφος από την εφηβική του ηλικία.

Ως καλλιτεχνικό πνεύμα που ήταν ο Καλογήρου εκτός από το ότι ασχολούταν ερασιτεχνικά με την υποκριτική, έγραφε στίχους και τους διάβαζε στο ραδιοφωνικό σταθμό των Ένοπλων Δυνάμεων, μέχρι που κάποιος σκηνοθέτης του σταθμού τον άκουσε.

Ο ίδιος τον παρότρυνε να γραφτεί σε μια σχολή υποκριτικής και τότε ο Καλογήρου το απάντησε «Άσε με ήσυχο. Έχω τη δουλειά μου, βγάζω το μεροκάματο μου».

Ο ηθοποιός εννοούσε τη δουλειά στο φωτογραφείο που διατηρούσε με τον αδελφό του που τους εξασφάλιζε ικανοποιητικά κέρδη.

Ο σκηνοθέτης επέμεινε και όπως ανέφερε ο ίδιος ο Καλογήρου σε συνέντευξη του, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.

Το αιώνια ερωτευμένο ζευγάρι

Στη σχολή πέρα από τη μεγάλη του αγάπη για το θέατρο γνώρισε και τη γυναίκα της ζωής του, Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

Οι δύο ηθοποιοί παρά τη σημαντική διαφορά ηλικίας των 12 χρόνων προχώρησαν τη γνωριμία τους και παντρεύτηκαν λίγο αργότερα το 1952.

Εκείνη ήταν 18 χρονών και εκείνος σχεδόν 30. Όπως έχει αποκαλύψει το ζευγάρι κανείς από τους δύο δεν έκανε την πρώτη κίνηση. «Τον ερωτεύτηκα αμέσως», έλεγε σε συνέντευξη της η Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Ο Καλογήρου συνήθιζε να της αφιερώνει στίχους για να της εκφράσει τα συναισθήματα του…

Η ίδια η Σαμιωτάκη είχε πει πως προσπαθούσε με τρόπο να διώξει όποιον από την οικογένεια της τη συνόδευε στη σχολή ώστε να δώσει στον Καλογήρου την ευκαιρία να της μιλήσει. Εκείνος δεν τολμούσε, όμως κάποια στιγμή δεν άντεξε και φανέρωσε τον έρωτα του μέσα από ένα ποίημα που είχε γράψει για εκείνη και της το απήγγειλε:

«Ήταν του Μάη δειλινό σαν πέρασε βουβή, Καμαρωτή, πανέμορφη ψιλή σαν μια τουλίπα, Κι ενώ η φύσις έπαιρνε το χρώμα το μαβί, Μ’ αρέσεις της εφώναξα, πρόλαβα και της είπα».

Το ζευγάρι έμεινε μαζί για περισσότερο από 50 χρόνια και απέκτησαν ένα γιο τον Κωνσταντίνο και στην συνέχεια μια εγγονή, τη Βαγγελίτσα.

Οι δύο ηθοποιοί δήλωναν αιώνια ερωτευμένοι και όπως έδειχναν ζούσαν μια πολύ ευτυχισμένη ζωή.

Η σύζυγος του Σπύρου Καλογήρου αυτοπροσδιοριζόταν ως η μεγαλύτερη θαυμάστρια του.

Η σταδιοδρομία στο θέατρο

Ο Καλογήρου πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955 με τον θίασο του Ν. Χατζίσκου στον «Ερωτόκριτο» και στην συνέχεια ακολούθησε ο «Άμλετ».

Ο ίδιος εντάχθηκε στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κούν, το 1960, και εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά να διαμορφώνεται η θεατρική του σταδιοδρομία. Μέσω του Θεάτρου Τέχνης ο ηθοποιός έπαιξε σε ιστορικές παραστάσεις (π.χ. «Όρνιθες», «Πέρσες») σε Ελλάδα και εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τους θιάσους των Λαιμού, Ροντήρη, Μινωτή, Σολωμού, Κουν, Κατράκη, Μυράτ, Λαμπέτη, Κατερίνας κ.ά.

Συμμετείχε σε περίπου 200 θεατρικές παραστάσεις σε έργα κλασικών και σύγχρονων συγγραφέων, σε όλα τα είδη του θεάτρου, από το θέατρο του παραλόγου του Ιονέσκο μέχρι και επιθεώρηση, αλλά και σε πολλά έργα του ελληνικού δραματολογίου.

Εκείνος και η σύζυγος του είχαν λίγες συνεργασίες καθώς εκείνη ήταν στο Εθνικό Θέατρο και ο ίδιος στο ελεύθερο θέατρο. Ωστόσο μετά από το 1980, σχημάτισαν δικό τους θίασο, με τον οποίο ανέβαζαν παραστάσεις και έκαναν περιοδείες.

Από τους τελευταίους του ρόλους στην σκηνή ήταν αυτός του Λουκά στο έργο «Λόγω Φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, το οποίο σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» την περίοδο 1993 – 1995.

Το καλοκαίρι του 1996 ερμήνευσε τον Μπάρμπα-Γιώργο, εμφανιζόμενος μαζί με τον Θύμιο Καρακατσάνη στην παράσταση «Καραγκιόζη-Ντριμ». Τέλος, το 1999 έπαιξε στην παράσταση «Εγώ η Λασκαρίνα», στο πλευρό της Μιμής Ντενίση.

Ο κινηματογραφικός Σπύρος Καλογήρου

Η πρώτη εμφάνιση του Καλογήρου στον κινηματογράφο ήταν το 1955 στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας».

Ακολούθησαν πολλές επιτυχίες και χαρακτηριστικοί ρόλοι, όπως του Γιαμούρη στην ταινία «Αστραπόγιαννος» του 1970, του Αντώνη Βουρνά στη «Μαρία της σιωπής» το 1973, του Σωτήρη Γαρμπή στη «Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» το 1969, του Αρμάγου στη «Στεφανία» το 1966 και του Γιακουμή στη «Μανταλένα» το 1960.

Ο κόσμος, όμως, ακούγοντας το όνομά του σκέφτεται την θρυλική ατάκα «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη», η οποία ακούστηκε στην ταινία «Λόλα» του 1964, εκεί που στο ρόλο του Μαύρου ετοιμάζεται να χτυπηθεί με τον Νίκο Κούρκουλο για χάρη της Τζένης Καρέζη.

Η τρεμάμενη φωνή, το άγριο παρουσιαστικό και το χαρακτηριστικό γέλιο του, που τρόμαζε την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην «Νεράιδα και το παλικάρι», συνηγόρησαν στο να παίζει πάντα ρόλους μοχθηρών και δύστροπων ανθρώπων και χαρακτηρίστηκε ο αδίστακτος του ελληνικού σινεμά.

Παρόλα αυτά ο Καλογήρου, μας έχει χαρίσει άπειρες στιγμές γέλιου μέσα από κωμωδίες. Ο ίδιος είχε ταυτιστεί, τόσο πολύ με τους ρόλους του κακού, ώστε τα παιδιά στην γειτονιά του τον φοβόντουσαν, όπως είχε πει σε συνέντευξη του.

Οι «κακοί» είναι απαραίτητοι στον κινηματογράφο. Οι σκηνοθέτες, για τους ρόλους αυτούς διάλεγαν πάντα συγκεκριμένους ανθρώπους γιατί θεωρούσαν ότι ο ρόλος τους ταίριαζε.

Μερικοί ακόμη από τους ηθοποιούς που ερμήνευσαν ρόλους «κακών» ήταν οι: Δήμος Σταρένιος, Στέφανος Στρατηγός, Αρτέμης Μάτσας και πολλοί άλλοι. Τους πιο πολλούς ρόλους του «κακού», όμως, τους έχει παίξει ο Σπύρος Καλογήρου. Συνολικά είχε παίξει σε 70 περίπου ταινίες, σε 36 τηλεοπτικές σειρές και αρκετές βιντεοταινίες.

Παρά την κινηματογραφική εικόνα που διατηρούσε, στην πραγματική του ζωή ο Σπύρος Καλογήρου ήταν ένας πολύ γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Πολλοί είχαν ρωτήσει την γυναίκα του για τις θαυμάστριες και για τον ρόλο του «κακού». Εκείνη, σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό «Χάι», είχε πει πως όταν πήγαιναν τα κοριτσάκια στον Φίνο για να του ζητήσουν ρόλους, εκείνος τους έλεγε ότι για να γίνουν πρωταγωνίστριες έπρεπε να βιαστούν από τον Καλογήρου. Κάτι σαν γούρι.

Να διευκρινίσουμε ότι ο Σπύρος Καλογήρου έχει «βιάσει» μόνο τις πρωταγωνίστριες στις ταινίες. Δυο χαρακτηριστικοί ρόλοι ήταν αυτός που έπαιξε στην ταινία «Στεφανία» του 1966, όπου «βίασε» την Ζωή Λάσκαρη και στην ταινία «Η Μαρία της σιωπής» του 1973, στην οποία «βίασε» την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Η καριέρα του Σπύρου Καλογήρου υπήρξε σπουδαία. Το 1966 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε τιμητική διάκριση για την ερμηνεία του στην ταινία μικρού μήκους «Τζίμης ο Τίγρης» του Παντελή Βούλγαρη.

Το 1971 οι κριτικοί κινηματογράφου του απένειμαν τον Αργυρό Απόλλωνα για τον ρόλο του στην ταινία «Κατάχρηση εξουσίας». Έχει τιμηθεί, επίσης, με τη Χρυσή Κεφαλή του «Θεάτρου Βαχτάγκοφ» της Μόσχας.

Τα τελευταία χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Σπύρος Καλογήρου είχε αποσυρθεί από το θέατρο.

Το 2003 ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της υγείας του.

Ο ίδιος υπέστη πολλαπλά εγκεφαλικά. Έχοντας λάβει άμεσα την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή από τους γιατρούς, αλλά και την φροντίδα της συζύγου του, που ήταν πάντα στο πλάι του, κατάφερε να επανέλθει μερικώς.

Για μεγάλο διάστημα είχε καθηλωθεί σε αναπηρική καρέκλα και περνούσε τον περισσότερο καιρό στο εξοχικό τους σπίτι στον Ωρωπό, κοντά στην φύση, που τον συγκινούσε και δάκρυζε. Η χαρακτηριστική του φωνή, εκείνη η βραχνή που όλοι γνωρίζουμε, τον εγκατέλειπε. Δύναμη του έδινε και η εγγονή του, η μικρή Ευαγγελία, η οποία έπαιζε κοντά στον παππού της, του μιλούσε και τον φιλούσε.

Παραμονή της Πρωτομαγιάς του 2009 ο Σπύρος Καλογήρου μεταφέρθηκε από τον Ωρωπό στο Λαϊκό νοσοκομείο, καθώς δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον. Σύμφωνα με τους γιατρούς, ένας έρπης στο μάτι του είχε προκαλέσει εγκεφαλίτιδα.

Οι γιατροί προσπαθούσαν για μέρες να τον σώσουν, αλλά μάταια. Η θεραπεία του συνεχίστηκε σε ειδική μονάδα στο Τζάνειο νοσοκομείο στον Πειραιά. Η σύζυγός του και ο γιος του ήταν καθημερινά κοντά του.

Ο Σπύρος Καλογήρου έφυγε από την ζωή λίγο πριν τις 6 το απόγευμα του Σαββάτου 27 Ιουνίου 2009, μετά από βαθύ κώμα στο οποίο είχε πέσει τους τελευταίους δυο μήνες. Η κουρασμένη καρδιά του είχε πια σταματήσει. Ήταν 87 χρόνων.

Το αιώνια ερωτευμένο, αγαπημένο ζευγάρι της σοουμπίζ, το είχε χωρίσει πια ο θάνατος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr