Τις τελευταίες μέρες διαβάζω ένα βιβλίο σχετικό με τον σπουδαίο σκηνοθέτη Μπίλι Γουάιλντερ (1906 – 2002), τον δημιουργό κλασικών αριστουργημάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου, από το «Χαμένο Σαββατοκύριακο» και τη «Λεωφόρο της Δύσης», μέχρι το «Μερικοί το προτιμούν καυτό» και την «Γκαρσονιέρα».

Το βιβλίο λέγεται «Ο Μπίλι Γουάιλντερ κι εγώ», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ και το υπογράφει μια μεγάλη πένα της σύγχρονης λογοτεχνίας, ο Βρετανός Τζόναθαν Κόου. Δεν είναι βιογραφικό, αλλά κάτι σαν μια βιογραφική ιστορία μυθοπλασίας βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, τα γυρίσματα της προτελευταίας ταινίας του Γουάιλντερ, της «Fedora». Μέρος των γυρισμάτων έλαβαν χώρα στην Κέρκυρα.

Η «Fedora» γυρίστηκε με τρομερά εμπόδια, δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εδώ (ας τα διαβάσετε καλύτερα απολαμβάνοντας την έξοχη μετάφραση της Αλκηστης Τριμπέρη) γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου.

Το θέμα μου, όπως και το πραγματικό (νομίζω) θέμα του βιβλίου, είναι το τέλος μιας εποχής, αυτό δηλαδή που σύμφωνα με τον συγγραφέα Τζόναθαν Κόου ο Μπίλι Γουάιλντερ ένιωθε όταν γύριζε τη «Fedora».

Το τέλος της δικής του εποχής.

Ενιωθε ότι δεν ήταν πλέον ο βασιλιάς του Χόλιγουντ, ένιωθε ότι βρίσκεται στην «απ’ έξω», ένιωθε την απόρριψη, ένιωθε ότι περπατούσε στη λεωφόρο της δικής του δύσης, ένιωθε ότι οι πόρτες άνοιγαν πολύ πιο εύκολα πλέον για τους «χίπηδες με τα μούσια», δηλαδή την παρέα των «μαθητών» του, του Κόπολα, του Σκορσέζε, του Σπίλμπεργκ. Στα seventies το σινεμά αυτής της παρέας ήταν πια το κυρίαρχο μοντέλο στην αμερικανική κινηματογραφία.

Ισως και να είναι και κάπως φυσικό. Οταν έρχεται η εποχή των νέων, αναπόφευκτα η εποχή των παλαιότερων μπαίνει στην άκρη. Ετσι γινόταν ανέκαθεν, έτσι γίνεται σήμερα, έτσι θα γίνεται και αύριο.

Τέλος εποχής λοιπόν.

Ο όρος τέλος εποχής χρησιμοποιείται συχνά με σχετική ευκολία προκειμένου να εξυπηρετήσει ελκυστικούς τίτλους των ΜΜΕ – συνήθως σε περιπτώσεις θανάτων εμβληματικών προσώπων που σηματοδότησαν μια εποχή.

Ομως δεν είναι απαραίτητο να μεσολαβήσει ένας θάνατος για να υπάρξει τέλος εποχής. Για την ακρίβεια, η ίδια η κοινωνία ορίζει το τέλος μιας εποχής, όπως ο πανέξυπνος Γουάιλντερ (που υπήρξε και δημοσιογράφος) σίγουρα ένιωθε στο πετσί του φιλτράροντας τα όσα έβλεπε να συμβαίνουν γύρω του. Εξάλλου ο Γουάιλντερ πέθανε το 2002, δηλαδή 24 ολόκληρα χρόνια μετά τη «Fedora». Δεν τέλειωσε τότε η εποχή του, είχε προ πολλού τελειώσει.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μια πρόταση συνοψίζει το πνεύμα του περιεχομένου: «Οταν ο κόσμος βαδίζει προς την αλλαγή, γαντζώνεσαι στην παλιά, αγαπημένη σου ζωή, ή αποφασίζεις ότι είναι ώρα να την αφήσεις πίσω;».

Ενα ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι τι φέρνει η νέα εποχή που αντικαθιστά αυτή που τελείωσε.

Στο βιβλίο, ας πούμε, ο Γουάιλντερ παρουσιάζεται ως υποστηρικτής ενός λεπτού, φίνου μα και εν τέλει ξεπερασμένου χιούμορ το οποίο βλέπει να αντικαθίσταται από το αγοραίο και φτηνό (ο Κόου φέρνει παράδειγμα την ενόχληση του Γουάιλντερ από τις κλανιές που χρησιμοποιεί ο Μελ Μπρουκς στην ταινία του «Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες» για να προκαλέσει γέλια). Επίσης, ο Γουάιλντερ δεν νιώθει και πολύ άνετα με «ψάρια γύρω μου» παρατηρώντας με τρόμο ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την επιτυχία του Σπίλμπεργκ «Στα σαγόνια του καρχαρία». Δεν χάνει βέβαια ποτέ το χιούμορ του (έστω μέσω του Κόου), γι’ αυτό και ρίχνει την ιδέα μιας δικής του ταινίας στην οποία ο καρχαρίας θα διέσχιζε τα κανάλια της Βενετίας παρέα με τις γόνδολες: τίτλος της, «Jaws in Venice»

«Εγώ είμαι σκηνοθέτης ανθρώπινων όντων» λέει.

Γι’ αυτό εξάλλου νιώθει στο τέλος της δικής του εποχής.

Και, για φαντάσου, όλα αυτά υποτίθεται ότι τα νιώθει και τα λέει στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πριν από περίπου 40 χρόνια!

Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε σήμερα ο Μπίλι Γουάιλντερ.

Αναρωτιέμαι αν θα σκεφτόταν ότι σήμερα το ανθρώπινο, το σάρκινο και το «ζωντανό» μοιάζουν με είδη προς εξαφάνιση. Θα ένιωθε άραγε ότι ζει στον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» της κοινωνικής δικτύωσης αλλά και της ολοκληρωτικής αποξένωσης; Θα ένιωθε άραγε απομονωμένος μέσα σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η επιστήμη κινούνται με ραγδαίους ρυθμούς την ώρα που η ανθρώπινη επικοινωνία φθίνει με εξίσου ραγδαίους ρυθμούς; Πώς θα αντιμετώπιζε σήμερα έννοιες όπως φιλία, αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη;

Ποιος ξέρει, ίσως το μόνο που θα έλεγε ακόμα και τώρα είναι «nobody’s perfect», κανείς δεν είναι τέλειος.

Αυτό τουλάχιστον, προσωπικά, θα προτιμούσα να τον ακούω να λέει.

Για να μου δώσει κουράγιο με το ανθρώπινο χιούμορ του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο