Στις 16:30 το απόγευμα του Σαββάτου, στην έξοδο της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας για Βαρυμπόμπη, αστυνομικοί σταματούν ένα – ένα, όλα τα αυτοκίνητα. Εννέα στις δέκα απαντήσεις οδηγών απορρίπτονται.

Το «Είμαι δημοσιογράφος μπλα μπλα μπλά» είχε απορριφθεί ήδη στην προηγούμενη έξοδο της Εθνικής, οπότε εδώ δεν το δοκίμασα καν.

Βαρυμπόμπη

Πάρκαρα δίπλα από άλλα σταθμευμένα αυτοκίνητα και κατέβηκα.

Όλοι βγάζουν από τα πορτ παγκάζ τους μπουκάλια με νερό και σακούλες με τρόφιμα. Λίγο πιο κάτω ο Ερυθρός Σταυρός και άλλες εθελοντικές οργανώσεις έχουν δημιουργήσει σημείο συγκέντρωσης ειδών πρώτης ανάγκης.

Νερά, τρόφιμα μακράς διάρκειας, χαρτιά υγείας, βρεφικές πάνες και ζωοτροφές.

Στο βάθος η κατάσταση με τη φωτιά δείχνει υπό έλεγχο. Βλέπεις μόνο άσπρο καπνό και κάποια ελικόπτερα που περισσότερο επιτηρούν παρά επιχειρούν.

Πλησιάζω το δεύτερο μπλόκο μήπως και καταφέρω να περάσω. Η ένστολη κυρία έχει μόλις διώξει ένα τηλεοπτικό συνεργείο.

«Συγγνώμη αλλά έχουμε εντολή να μην αφήσουμε κανέναν να πλησιάσει. Η εντολή αφορά και τους δημοσιογράφους».

Κρυονέρι

Επιστρέφω στο αυτοκίνητο και κατευθύνομαι βορειότερα. Έξοδος Κρυονέρι. Και πάλι αστυνομικό μπλόκο και πάλι η ίδια κατάληξη.

Τη δουλειά τους κάνουν, αλλά πρέπει να βρω έναν τρόπο να κάνω και εγώ τη δική μου.

Παρκάρω σε ένα parking συνεργείου. Είναι γεμάτο εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και πίσω του στέκεται ένα τριόροφο γιαπί. Η μυρωδιά του καμένου είναι πολύ έντονη.

Ανεβαίνω στην ταράτσα.  Μπροστά μου είναι το Κρυονέρι.

Στο βάθος ο καπνός είναι πιο σκούρος απ’ ό,τι στη Βαρυμπόμπη. Φλόγες δεν φαίνονται αλλά στον αέρα υπάρχει αυξημένη κινητικότητα. Ελικόπτερα και ένα αεροσκάφος πραγματοποιούν ρίψεις νερού.

Πεδίο μάχης

Κάτω, ακριβώς μπροστά μου, σ’ ένα μικρό οικόπεδο καμένα δέντρα. Η φωτιά είχε φτάσει μέχρι τις μάντρες του συνεργείου και του διπλανού του κτιρίου.

Κατεβαίνω και πηδάω μέσα στο οικόπεδο. Διασχίζεις ένα από τα πεδία μάχης με τη φωτιά στη Βόρεια Αττική.

Η μάνικα ακουμπισμένη στο καμένο χώμα, σωλήνες λιωμένοι, κορμοί δέντρων καρβουνιασμένοι αλλά ευτυχώς γύρω γύρω τα σπίτια και τα κτίρια άθικτα.

Η πορεία της μάνικας «προδίδει» την πορεία των πυροσβεστών.

Όσοι βρέθηκαν εδώ την ώρα που οι φλόγες έκαιγαν, πέτυχαν μια σπουδαία νίκη.

Αν η φωτιά πέρναγε τις μάντρες, η εξέλιξη θα ήταν πολύ πιο καταστροφική για όλη την περιοχή.

Ήπιαν λίγό νερό και συνέχισαν.

Συνεχίζω κι εγώ με στόχο να μπω στο Κρυονέρι.

Ένας πεσμένος καμένος κορμός λειτουργεί σαν γεφυράκι πάνω από το συρματόπλεγμα του οικοπέδου. Περνάω από τον κορμό, σκαρφαλώνω το μικρό ρέμα και βγαίνω στην όδο Ευτέρπης. Βλέπω τις πρώτες αυλές σπιτιών.

Είναι 17:00 αλλά δεν κυκλοφορεί ψυχή.

Τα περισσότερα σπίτια είναι με πόρτες κλειστές και ρολά κατεβασμένα. Όσοι επέλεξαν να παραμείνουν ή επέστρεψαν έχουν τις γκαραζόπορτες και τις αυλόπορτές τους ορθάνοιχτες. Είναι σε απόλυτη ετοιμότητα.

Μπροστά από πολλές πόρτες, λεκάνες με νερό.

Άλλες άδειες και πεταμένες όπως όπως, ίσως από χθες, και άλλες παρατεταγμένες και γεμάτες δια πάν νέο ενδεχόμενο.

Δεν ξέρω προς τα που να πάω. Θέλοντας όμως να φτάσω όσο πιο κοντά γίνεται προς τη δασική έκταση Άνω Βαρυμπόμπης και Τατοΐου, ακολουθώ όποιο ανηφορικό δρομάκι βρίσκω μπροστά μου.

Συναντώ τους πρώτους κατοίκους του Κρυονερίου. Μια κυρία καθαρίζει την αυλή της από ξερά φύλλα και χόρτα. Μια άλλη βρέχει με το λάστιχο το πεζοδρόμιο. Με κοιτάζουν διακριτικά αλλά καχύποπτα.

Λίγα λεπτά ποδαρόδρομου αργότερα, στο βάθος ενός καταπράσινου στενού διακρίνεται το γκρίζο της καταστροφής.

Περπατάω προς τα εκεί. Δίπλα μου μια κυρία ενημερώνει τη γειτόνισσά της για όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ.

«Πραγματικός εφιάλτης. Φωτιά, καπνός παντού. Αν είχε περάσει η φωτιά και σε αυτό το τρίγωνο (σ.σ. δείχνει μια νησίδα μπροστά της με πέντε δέντρα) θα ήμασταν όλοι τελειωμένοι.

Συνεχίζω και φτάνω τελικά στο σημείο που χωρίζει τη σωτηρία από την καταστροφή.

Πίσω μου πράσινο και ομιλίες, μπροστά μου στάχτη και σιωπή.

Το Gooogle Μaps μού λέει πως βρίσκομαι στην οδό Παραδείσου και μπροστά μου έχω το Άλσος της Αγίας Άννης.

Όπως διαπίστωσα αργότερα, το Άλσος της Αγίας Άννης είναι ουσιαστικά το τελευταίο όριο, ανάμεσα στο δάσος και τον οικισμό του Κρυονερίου.

Ξεκινάω να διασχίζω το καμένο άλσος. Με διακόπτει όμως ένα επίμονο και έντονο «Κύριε, κύριε!» που ακούγεται κάμποσα μέτρα πίσω μου.

Καταλαβαίνω ότι μια κυρία από ένα μπαλκόνι φωνάζει σε εμένα. Σταματάει κι ένα αυτοκίνητο. Τώρα με φωνάζει και ο οδηγός.

Ευγενικά αλλά εμφανώς ταραγμένοι με ρωτούν ποιος είμαι και για ποιο λόγο βρισκόμουν μέσα στο άλσος.

Όταν πείστηκαν για τον λόγο της παρουσίας μου το αυτοκίνητο έφυγε.

«Μας συγχωρείτε αλλά με όσα έχουν γίνει είμαστε πολύ ταραγμένοι, φοβόμαστε για εμπρησμούς», μου λέει η κύρια από το μπαλκόνι της και προσθέτει  «Είναι απίστευτο που σώθηκαν τελικά τα σπίτια μας. Ήμουν από τις πρώτες που ήρθαν και πήραν στην εκκένωση. Έχω και παιδιά μικρά και φύγαμε αμέσως»

Ξαναμπαίνω στο άλσος.

Στα πρώτα μέτρα, τα δέντρα είναι καψαλισμένα και το χώμα μαύρο, όσο προχωράς όμως όλα έχουν γίνει στάχτη. Ένα μικρό οίκημα έχει καταστραφεί ολοσχερώς.

Προχωράω ακόμα πιο μέσα. Συναντώ το καμένο κουφάρι ενός ζώου, μάλλον σκύλου. Είναι ξεκοιλιασμένο.

Ξανακούω φωνές να με καλούν από την οδό Παραδείσου.

Αυτή τη φορά, κατεβαίνει από ένα αυτοκίνητο ένας άνδρας γύρω στα 25, αρκετά πιο αγριεμένος σε σχέση με την κυρία προηγουμένως, και έρχεται φουριόζος προς το μέρος μου.

«Αδερφέ, επειδή από χθες δεν είμαστε και πολύ καλά, σε παρακαλώ απομακρύνσου από εδώ. Έχουν γίνει πολλά».

Έχει σταματήσει και δεύτερο αυτοκίνητο.  Ο οδηγός μένει μέσα. Κατεβαίνει ένας νεαρός και μια κοπέλα. Μου εξήγησαν ότι όλοι στην περιοχή ανησυχούν πολύ για τυχόν εμπρησμούς και έχουν φτιάξει δικές τους ομάδες περιφρούρησης.

«Έτσι και πιάσουμε κανέναν θα τον στείλουμε κατευθείαν στο ΚΑΤ, έτσι γράψ’  το», μου λέει ο νεαρός και συμπληρώνει «Χθες έγινε χαμός με αυτόν που έπιασαν εδώ».

«Με τα φτυάρια τον πλάκωσαν» προσθέτει η κοπέλα.

Αναφέρονται στον 43χρονο, που η αστυνομία εντόπισε την Παρασκευή στο Κρυονέρι και τελικά τον συνέλαβε ως ύποπτο για εμπρησμό.

Δεν περνάει ένα λεπτό και τέσσερις νεαροί με περικυκλώνουν με τις μηχανές τους. Η ίδια ερώτηση, η ίδια απάντηση. Φεύγουν.

Καθώς ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, τόσο οι περιπολίες των κατοίκων πυκνώνουν.

Σκέφτηκα να τραβήξω μερικές ακόμα φωτογραφίες στο άλσος.  Η τρίτη φορά όμως παραλίγο να είναι και φαρμακερή. Βρέθηκα και πάλι περικυκλωμένος. Αυτή τη φορά, από τέσσερις αστυνομικούς που έχουν μόλις κατέβει από ένα αγροτικό περιπολικό.

Ευγενείς αλλά ταυτόχρονα πολύ σχολαστικοί.

Όταν τους εξήγησα ότι δεν είμαι μόνιμος κάτοικος Κρυονερίου αλλά δημοσιογράφος χωρίς όμως δημοσιογραφική ταυτότητα, μου ζήτησαν να τους δώσω την ταυτότητά μου, να αδειάσω τις τσέπες μου και να ανοίξω το σακίδιο μου για έλεγχο.

Το κλειστό άσπρο κουτί που είχα βάλει μέσα τους προκαλεί ανησυχία.

Το σταφύλι και τα μουστοκούλουρα όμως, που βρήκαν ανοίγοντάς το, λήγουν τον μικρό αυτό συναγερμό.

Χρειάστηκε πάντως να τους δείξω το βίντεο που είχαμε ανεβάσει στο facebook του in.gr από το σημείο εκείνο, για να βεβαιωθούν απολύτως.

Είναι σαφές πια ότι πρέπει να φύγω.

Μια πινακίδα, λίγο πιο κάτω, σου φέρνει στο μυαλό το μέγεθος της φυσικής καταστροφής και το πλήθος των ζώων που χάθηκαν αυτές τις μέρες από τη φωτιά.

Ας ελπίσουμε ότι από τις επόμενες κιόλας ημέρες θα ξεκινήσουν όλες εκείνες οι ενέργειες που απαιτούνται (κήρυξη αναδασωτέων, οργανωμένη και εκτεταμένη δενδροφύτευση κ.α.) ώστε η πινακίδα αυτή και τόσες άλλες στην Αττική, την Ευβοια, την Ηλεία, τη Μεσσηνία την Αρκαδία και παντού στην Ελλάδα, να έχουν σύντομα και πάλι λόγο ύπαρξης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr