Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι ερχόμαστε από το χάος, πάμε στο χάος και το ενδιάμεσο το λέμε ζωή. Ο Καραγάτσης θεωρούσε ότι ερχόμαστε από το χάος, πάμε στο χάος και το ενδιάμεσο, πάλι χάος είναι. Για τον πρώτο, ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου ήταν να βάλει σε τάξη αυτό το χάος. Ο δεύτερος λάτρευε το χαώδες της ζωής, μέσα σε αυτό έβλεπε τη δημιουργία.

Με αφορμή αυτό, πολλές φορές έχω σκεφτεί αν εμείς οι Ελληνες είμαστε περισσότερο «Καζαντζακικοί» ή «Καραγατσικοί». Εχω καταλήξει ωστόσο ότι, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είμαστε «Ταχτσικοί». Σαν την κυρία Εκάβη από το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Πάντα κάποιος άλλος φταίει για τα δεινά μας. Η κακιά η τύχη, ο κακός φίλος, ο κακός γείτονας, ο κακός συγγενής, ο κακός σύντροφος, οι άπονες εξουσίες, ο Θεός που απέστρεψε το βλέμμα του από επάνω μας, ο κακός μας ο καιρός και ο μαύρος μας ο φλάρος. Και αν ήταν αλλιώς τα πράγματα και αν ο ένας δεν μας είχε κάνει αυτό και ο άλλος το άλλο, θα ήμασταν μια χαρά.

Είναι η νοοτροπία που ανάγει το σφάλμα μας, το δικό μας σκουντούφλημα, την αποτυχία μας, την ανάδειξη του κακού εαυτού μας σε μια συμπαντική συνωμοσία, στον παράγοντα του τυχαίου. Και αυτό μεταφέρει τη δική μας ευθύνη σε κάτι σαν αρνητική σύνοδο πλανητών, της δίνει, λίγο – πολύ, τη διάσταση μιας αδικίας εις βάρος μας.

Και αποτυπώνεται από τα απλά και τα ασήμαντα έως τα σοβαρά και τα δραματικά. Από το «έχει ανάδρομο Ερμή, γι’ αυτό τα έκανα χάλια» και το «έκατσε στραβή στη βάρδια μου» έως την «κακιά στιγμή» του δολοφόνου της Γαρυφαλλιάς. Δεν φταίμε εμείς, «Φταίει η αγάπη που τσακίζει σαν φτερό, φταίει ένα αίσθημα σε στυλ τουρκομπαρόκ».

Εγκλημα και «ατυχία»

Με αυτήν την έννοια, πόσο λάθος είναι η έκφραση «η άτυχη Γαρυφαλλιά». Οχι, το κορίτσι δεν ήταν άτυχο. Ηταν το θύμα ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να χειριστεί τη «χαλασμένη φάση». Γιατί δεν περνά από το μυαλό του ότι φταίει αυτός ή, έστω, και αυτός για το «χάλασμα». Και δεν μιλάω μόνο για τον συγκεκριμένο αλλά για πολλά παιδιά, κυρίως της γενιάς των «μικρών αυτοκρατόρων». Αυτά που οι γονείς τους τραμπούκιζαν τους καθηγητές τους όταν έβαζαν στα βλαστάρια τους κακό βαθμό, τα έσουρναν στα παιδιά με τα οποία τσακώνονταν τα καμάρια τους στην παιδική χαρά, αναζητούσαν την αδικία πίσω από κάθε αποτυχία του μοσχαναθρεμμένου τους.

Δεν εννοώ βέβαια ότι αυτοί οι γονείς – που ανήκουν στη δική μου γενιά – ανατρέφουν δολοφόνους. Θύματα είναι κι αυτοί μιας νοοτροπίας που παίρνει μεγάλες αποστάσεις από την έννοια της προσωπικής ευθύνης. Που σε κάνει να σταματάς στο κόκκινο όχι για να μη σκοτώσεις και να μη σκοτωθείς αλλά για να μη σε γράψει ο τροχονόμος. Και όταν σε γράψει, δεν φταις εσύ που παρανόμησες αλλά ο «μπάτσος, γουρούνι, δολοφόνος».

Για τον Μάνο

Σαν χθες πριν από τρία χρόνια, ανήμερα της Αγίας Μαρκέλας που ανέφερε στον στίχο του, έφυγε ο Μάνος Ελευθερίου. Σε όσους είχαμε την ευλογία να μας θεωρεί, περίπου, σαν οικογένειά του δεν μας λείπει ο ποιητής, ο λογοτέχνης, ο διανοούμενος. Ούτε τα έργα που δεν πρόλαβε να γράψει. Μας λείπει η καθημερινότητά του, η ποιητικότητα που επένδυε σε αυτήν. Ο τρόπος που έτρωγε τις «δυο φετούλες γραβιέρα» μαζί με το ουισκάκι του, πώς μου μιλούσε, ενώ κατεβαίναμε από το πλοίο στη Σύρο, για εκείνον τον έναν που υπάρχει πάντα και οποίος, επειδή κάτι ξέχασε, ανεβαίνει τη σκάλα αντί να την κατεβαίνει. Και θυμάμαι, όταν τον ρωτήσαμε κάποτε ποιον εννοεί στον στίχο του «Αρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου (…) πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά», πόσο είχε θυμώσει που δεν καταλάβαμε ότι εννοούσε τον εαυτό του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο