Απομόνωση, κέντρα καραντίνας, περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου.

Λίγο αφότου καταγράφηκε στην περιοχή το πρώτο κρούσμα της Covid-19, στις αρχές του περσινού Ιουνίου, οι αρχές της επαρχίας Φορμόσα στη βόρεια Αργεντινή -από τις πιο φτωχές στη χώρα- εφήρμοσαν από τους πιο σκληρούς περιορισμούς κατά της υγειονομικής κρίσης, παγκοσμίως.

Δεν ήταν μόνο το ότι επέβαλαν κατά τόπους πλήρη αποκλεισμό, που διήρκεσε σχεδόν ένα χρόνο, χωρίζοντας οικογένειες και αποκλείοντας την πρόσβαση των κατοίκων τους σε υγειονομικές υπηρεσίες άλλων περιοχών.

Σε μία εξωφρενική απόφαση και με τις αστυνομικές αρχές να αναλαμβάνουν νέο έργο, άρχισαν να συγκεντρώνουν ακόμη και δια της βίας κατοίκους θετικούς στον κοροναϊό -που δεν νοσούσαν βαριά- ύποπτα κρούσματα και εισερχόμενους στην επαρχία, όλους μαζί, σε κλειστά, αυστηρά φρουρούμενα κέντρα καραντίνας.

Υγειονομικά, οι συνθήκες ήταν άθλιες. Οι τουαλέτες κοινές. Η βρώμα παντού. Ο εξαερισμός των χώρων κακός. Ο εξοπλισμός στα κέντρα που στήθηκαν πρόχειρα -μεταξύ αυτών σε σχολεία και σε στάδια- υποτυπώδης.

Ο κόσμος -στον οποίο απαγορεύτηκε να απομονωθεί στο σπίτι του- υποχρεώθηκε σε πολυήμερη απομόνωση, που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε κατά πολύ το όριο των 14 ημερών, το οποίο συνιστούσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Πάνω από 24.000 άνθρωποι, νέοι, γέροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά υπολογίζεται ότι είχαν αυτή τη βάναυση μεταχείριση, έως και τον περασμένο Απρίλιο.

«Αυθαίρετες κρατήσεις» τις χαρακτήρισε η μη κυβερνητική οργάνωση Human Rights Watch, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα έρευνας που έκανε προσφάτως για τη Φορμόσα, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με πρώην έγκλειστους, τοπικούς αξιωματούχους, δικηγόρους, γιατρούς και δημοσιογράφους της περιοχής.

Από κοινού, δε, με το Κέντρο Δημόσιας Υγείας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, καταδίκασαν ως «καταχρηστικά και ανθυγιεινά» τα τοπικά μέτρα κατά της Covid-19.

Πολλά από αυτά δεν είχαν γίνει μέχρι πρότινος ευρέως γνωστά, καθώς οι τοπικές αρχές είχαν επιβάλει -μαζί με τον πλήρη αποκλεισμό- και μία άτυπη… σιγή ασυρμάτου, περιορίζοντας τη δημοσιογραφική κάλυψη.

Ιστορίες φρίκης

Σε αντίθεση με τους αστυνομικούς, που φρουρούσαν νυχθημερόν τα κέντρα καραντίνας, από την έρευνα προκύπτει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, οι τοπικές αρχές δεν παρείχαν την αρμόζουσα ιατρική φροντίδα τους εγκλείστους.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της 33χρονης Σουνίλντα Γκόμεθ.

Έγκυος στον τέταρτο παιδί της, στον τρίτο μήνα, η αστυνομία την ανάγκασε να φύγει από το σπίτι της και να εγκατασταθεί για απομόνωση σε δωμάτιο ξενοδοχείου, μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά της, ηλικίας 12, 8 και 5 ετών.

Ο άνδρας της είχε μόλις βρεθεί θετικός στον κοροναϊό και είχε οδηγηθεί σε κέντρο καραντίνας.

Στη δεύτερη εβδομάδα εγκλεισμού, στις αρχές Ιανουαρίου, η Σουνίλντα είχε αιμορραγία. Όμως, κανείς δεν ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις της για βοήθεια.

Χρειάστηκε να βγει η μία κόρη της από το παράθυρο του δωματίου, για να βρει κάποιον να βοηθήσει.

Μία ώρα μετά, η αστυνομία μετέφερε τη γυναίκα στο νοσοκομείο, αφήνοντας τα τρία της παιδιά κλειδωμένα στο δωμάτιο μέχρι και την επόμενη ημέρα.

Στο μεσοδιάστημα, η Σουνίλντα είχε αποβάλει. Ο άνδρας της το έμαθε μετά.

Στα μέσα Μαρτίου, εν τω μεταξύ, τηλεοπτικό δίκτυο της Αργεντινής
προέβαλε ένα σοκαριστικό ρεπορτάζ με μία ομάδα εγκύων γυναικών, που κατέφυγε στα βουνά της Φορμόσα για να μην τις βρει η τοπική αστυνομία.

Αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους, ανέφεραν, μετά από περιστατικά με άλλες εγκύους από την περιοχή τους, οι οποίες οδηγήθηκαν από την αστυνομία σε κέντρα απομόνωσης.

Υποβλήθηκαν σε καισαρική, παρά τη θέλησή τους. Και παρέμειναν 14 ημέρες στην απομόνωση, χωρίς να δουν τα παιδιά τους.

Η τοπική κυβέρνηση το διαψεύδει.

Άγρια καταστολή

Από τις αρχές Φεβρουαρίου, εν μέσω έντονων αντιδράσεων -που έφτασαν μέχρι την κυβέρνηση του Περονιστή προέδρου Φερνάντες, με αποτέλεσμα να στείλει στην περιοχή ειδικό απεσταλμένο- ο επίσης Περονιστή και εδώ και 25 χρόνια κυβερνήτης της Φορμόσα, Χίλντο Ινσφράν, ανακοίνωσε αλλαγές στο υγειονομικό πρωτόκολλα.

Οικογένειες με παιδιά, άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις και όσοι είναι άνω των 60 ετών δεν θα οδηγούνταν πλέον στα κέντρα καραντίνας, σε περίπτωση που έχουν συμπτώματα ή είναι ύποπτοι για κορονοϊό.

Πλην όμως, υπό την προϋπόθεση ότι, για να μπορούν να απομονωθούν στα σπίτια τους, αυτά θα πρέπει να πληρούν «περιβαλλοντικές και κοινωνικές απαιτήσεις», όπως ξεχωριστό μπάνιο για τους νοσούντες και καλό εξαερισμό.

Καθώς όμως τα περισσότερα νοικοκυριά είναι φτωχά, πολλοί καταλήγουν πάλι στα κέντρα -όπου οι συνθήκες κάθε άλλο παρά είναι καλές.

Στα μέσα Μαρτίου, η οργή ξεχείλισε. Κάτοικοι οργάνωσαν μεγάλη διαδήλωση κατά των αυστηρών μέτρων περιορισμού. Αντιμετώπισαν, ωστόσο, άγρια καταστολή.

Οι δυνάμεις ασφαλείας κατέφυγαν σε ωμή βία, δακρυγόνα, πλαστικές σφαίρες και συλλήψεις κατά διαδηλωτών και δημοσιογράφων.

Διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταδίκασαν τα αιματηρά επεισόδια. Για «τυφλή βία» κατηγόρησε τις αρχές ο ΟΗΕ.

Στα τέλη Μαρτίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο απαίτησε από τον Ινσφράν να άρει την υποχρεωτική καραντίνα σε όσους επισκέπτες στη Φορμόσα προσκομίζουν αρνητικό μοριακό τεστ.

Αρχικά, οι τοπικές αρχές προσπάθησαν να μπλοκάρουν την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι ήταν χάρη στα αυστηρά περιοριστικά μέτρα που η περιοχή ανταπεξήλθε καλύτερα, απ’ ότι η υπόλοιπη χώρα, στα προηγούμενα κύματα της πανδημίας.

Πολλοί θεωρούν ότι ο πραγματικός αριθμός κρουσμάτων και θανάτων στην επαρχία ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που έδειχναν τα επίσημα στοιχεία.

Τώρα, που την Αργεντινή σαρώνει νέο κύμα της πανδημίας, η Φορμόζα εξελίσσεται, παρά τα σκληρά μέτρα, σε μία από τις εστίες της έξαρσης.

Οι αρχές δίνουν συγκεχυμένα νούμερα στον επίσημο απολογισμό. Αρκετά θύματα εικάζεται ότι καταγράφονται σε όσα κέντρα καραντίνας παραμένουν σε λειτουργία.

Μέχρι σήμερα, εν τω μεταξύ, τη μία δόση εμβολίου έχει μετά βίας λάβει το 20% των κατοίκων της επαρχίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο