Χθες το βράδυ είδα ένα όνειρο. Ημουν, λέει, σε μια πλατεία. Από τις παλιές, τις αθηναϊκές, τις συνοικιακές, αυτές που δεν έχουν την αίγλη μιας Ομόνοιας ή ενός Συντάγματος. Εχουν όμως κραδασμούς ανθρώπων. Των τελευταίων ρομαντικών πιτσιρικάδων που διεκδικούν ακόμη το δικαίωμα στο παιχνίδι σε ανοιχτό χώρο, των ηλικιωμένων που μιλάνε για επικουρικές, αναδρομικά και φάρμακα για την πίεση, των νεαρών που σκρολάρουν στις οθόνες των κινητών τους το φωτεινό αντικείμενο του πόθου τους.

Μπορεί να ήταν η πλατεία Αγίου Γεωργίου, μπορεί και η πλατεία Βαρνάβα. Σαν να μου φάνηκε ότι είδα τις Νοστιμιές της Μαίρης, ταβέρνα παλιοκαιρίσια όπως και το όνομά της, από εκείνες τις υπέροχες που προσφέρουν ακόμη το μενού σε άπλετη θέα μπροστά στα μάτια του πελάτη. Ή μήπως ήταν το Καλλιμάρμαρο, φούρνος με άρωμα δεκαετίας του 1970, από αυτούς που σου (ξανα)θυμίζουν τη γεύση του πραγματικού ψωμιού;

Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία ποια πλατεία ήταν. Στα κοντινά πλάνα μοιάζουν όλες τόσο πολύ μεταξύ τους. Στην κεντρική «νησίδα» της ήταν μια μεγάλη παρέα νεαρών. Και μια κονσόλα με ηχεία απ’ όπου ακούγονταν house και dance μουσικές. Οι νεαροί χόρευαν πίνοντας μπίρα και μοχίτο με μαραμένους δυόσμους. Με το που κατέβηκα όμως από το κράσπεδο της «νησίδας», η μουσική, ως διά μαγείας, έπαψε να ακούγεται, αν και ο χορός συνεχιζόταν ξέφρενα στο mute. Τώρα, ένας άλλος ήχος γαργαλούσε τ’ αφτιά μου. Μύρισε η πλατεία μας θυμάρι. Κλαρίνο και η Φιλιώ Πυργάκη τραγουδούσε «Απόψε που κοιμόμουνα» – ταίριαζε και στην περίπτωσή μου. Μια παρέα από 50 έως 70 ετών είχε πιάσει τον τσάμικο. Αλλ’ αντ’ άλλων χόρευαν, ήταν προφανής η επίδραση του τσίπουρου στον βηματισμό τους. Στη γωνιά, έξω από το μανάβικο, κάποιος είχε στήσει μια σούβλα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι οι ενθουσιώδεις χορευτές, πάνω στον ρυθμό του τραγουδιού της Φιλιώς, έλεγαν άλλα λόγια. Ή μάλλον επαναλάμβαναν τραγουδιστά «Πάσχα στο χωριό, Πάσχα στο χωριό».

Μέχρι να πάω από το μανάβικο στο μπακάλικο, η μουσική υπόκρουση του ονείρου είχε και πάλι αλλάξει. Τώρα ακούγονταν ψαλμωδίες. Εξω από την εκκλησία της πλατείας συνωστίζονταν άνθρωποι πολλοί. Κρατούσαν κεριά και έψελναν. Τον Επιτάφιο Θρήνο, τον Ακάθιστο Υμνο, δεν κατάλαβα. Μέσα κοινωνούσαν. «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό» σκέφτηκα αφού κουβαλάω εντός μου τον Σαββόπουλο και απομακρύνθηκα προς έναν μικρότερο δρόμο. Και ξαφνικά το δρομάκι μεγάλωσε κι έγινε η πλατεία Συντάγματος. Ντουνιάς κι εδώ. Κρατούσαν πανό, φώναζαν με ντουντούκες. Κάτι για τον Κουφοντίνα έλεγαν, ήταν συγχρόνως η Ημέρα της Γυναίκας και η Πρωτομαγιά, κάποια μεγαλοκορίτσια με κατσαρά μαλλιά χόρευαν και τραγουδούσαν κάτι ακατάληπτα, το ΠΑΜΕ απέδιδε τιμές στον Αγνωστο Εργάτη. Και μετά όλα μπερδεύτηκαν και η κονσόλα έπαιζε Φιλιώ Πυργάκη και οι «Πάσχα στο χωριό» χόρευαν τσάμικο με house μουσική, οι εκκλησιαζόμενοι φώναζαν «Αυτό το νομοσχέδιο δεν θα περάσει» και οι διαδηλωτές έψελναν το τροπάριο της Κασσιανής.

Μετά δεν ξύπνησα. Γιατί, μεταξύ μας, δεν ήταν όνειρο. Είναι όλες οι «θρησκείες», οι εμμονές και οι ιδεοληψίες της σύγχρονης Ελλάδας. Τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες.

Για την Ελλη

Ηταν το 2013. Μεσημέρι, έξω από το θέατρο Rex, περίμενα να δω (για δεύτερη φορά) την «Γκόλφω» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου. Λόγω τεράστιας επιτυχίας είχαν προγραμματιστεί παραστάσεις στις τέσσερις το μεσημέρι. Θεωρώ ότι είναι από τις πολυτιμότερες θεατρικές μου μνήμες. Με δύο αιχμές. Τον μονόλογο «Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σ’ αφήνει» και τα κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, της ενδυματολόγου και σκηνογράφου που προχθές έφυγε από τη ζωή. Εκείνες τις μαύρες φουστανέλες που άνοιγαν σαν φτερούγες, που λες και είχαν μια αυτόνομη σκηνική ζωή, που νόμιζες ότι έκρωζαν. Οσοι γνωρίσαμε την Ελλη, ξέρουμε καλά πόσο «δικά της» ήταν αυτά τα κοστούμια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο