Στην Κυψέλη, τον επίγειο παράδεισο της παιδικής μου ηλικίας, υπήρχαν αναρίθμητοι κινηματογράφοι πριν από μισόν αιώνα και βάλε. Πολλοί από αυτούς ήταν θερινοί, ένα θεόσταλτο δώρο για την πιτσιρικαρία, καθώς όλο και κάποια διπλανή ταράτσα ή κάποια παρακείμενη οικοδομή θα μας βοηθούσε να παρακάμψουμε τις απαγορεύσεις «ακατάλληλον έως δεκατριών», «ακατάλληλον» και «αυστηρώς ακατάλληλον».

Οχι πως  έβαιναν πάντα όλα κατ’ ευχήν. Ακόμη και αν δεν τσάκιζες τα μούτρα σου με κανένα στραβοπάτημα ή δεν σε σούβλιζε καμιά σκουριασμένη πρόκα (απαξάπαντες οι μπόμπιρες παραλύαμε και στο άκουσμα μόνο του φοβερού και τρομερού «τέτανου») μπορούσες να βρεθείς οδυνηρά απροετοίμαστος για το θέαμα που θα παρακολουθούσες. Δεν εννοώ σκηνές με γυμνά και τα παρόμοια – αυτές ήταν σχεδόν πάντοτε… ευχάριστες εκπλήξεις – αλλά σκηνές με βία και φρίκη, με τις οποίες σήμερα μάλλον θα βάζαμε τα γέλια, αλλά τότε μας έκοβαν τα ήπατα.

Μια τέτοια καλοκαιριάτικη νύχτα – οκτώ ή εννέα χρόνων, μα ήδη κωλοπετσωμένος λαθροθεατής – είδα ένα φιλμ τρόμου που δεν θα ξεχνούσα ποτέ. Για την ακρίβεια, θα ξεχνούσα σχεδόν τα πάντα – τον τίτλο της ταινίας, τον πρωταγωνιστή (ο Κρίστοφερ Λι, άραγε ή ο Πίτερ Κάσινγκ;), την υπόλοιπη υπόθεση – εκτός από μια ανατριχιαστική σεκάνς. Από τα συμφραζόμενα αυτής της σεκάνς τεκμαίρω ότι θα επρόκειτο για κάποια από τις παραλλαγές της ιστορίας με το λυχνάρι του Αλαντίν – μια παραλλαγή, σίγουρα, για ενηλίκους. Ο ήρωας της ταινίας είχε το δικαίωμα να ζητήσει μονάχα μία χάρη από το τζίνι του λυχναριού, με πλήρη επίγνωση ότι οι συνέπειες ή οι παρενέργειες της χάρης δεν θα είναι αναστρέψιμες (η γνωστή παγίδα).

Οπως θα περίμενε κανείς από κάποιον επιπόλαιο απερίσκεπτο, ζήτησε να αναστηθεί όταν πεθάνει και να παραμείνει έκτοτε αθάνατος. Η χάρη του πραγματοποιήθηκε, αλλά ένας συγγενής του ή ο ιατροδικαστής που εξέταζε το κουφάρι του (αδύνατον πλέον να θυμηθώ), αγνοώντας την πραγμάτωση της επιθυμίας του, είχε διαποτίσει νωρίτερα το πτώμα του με ένα ιδιαίτερα τοξικό αντισηπτικό υγρό, πιθανόν φορμόλη – όχι πως τότε ήξερα τι είναι η φορμόλη. Ο ήρωας αναστήθηκε ουρλιάζοντας από τους αβάσταχτους πόνους, αμετάκλητα καταδικασμένος να διάγει τον βίο του σφαδάζοντας εις τον αιώνα τον άπαντα… Ορκίστηκα να μην ξαναδώ ταινία τρόμου στη ζωή μου. Κράτησα τον όρκο μου για κανένα μήνα.

Πολλά χρόνια αργότερα – το 1992, συγκεκριμένα – παρακολούθησα μια μαύρη κωμωδία φαντασίας, αναμφίβολα πιο ανάλαφρη από τον παιδικό μου εφιάλτη, αλλά με ανάλογη προβληματική. Ο «Θάνατος σού πάει πολύ» (Death becomes her) του βιρτουόζου Ρόμπερτ Ζεμέκις, σε πρώτη ανάγνωση, δεν είναι παρά ένα βιτριολικό σχόλιο πάνω στη ματαιόδοξη προσπάθεια να αποτρέψουμε τη φθορά του χρόνου στην εμφάνισή μας μέσω του λίφτινγκ. Ενας πλαστικός χειρουργός – ο Μπρους Γουίλις – και δύο άσπονδες φίλες -η Μέριλ Στριπ και η Γκόλντι Χόουν – συνθέτουν ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο, όπου οι ρόλοι διαρκώς αντιστρέφονται (η Στριπ και η Χόουν εναλλάσσονται ως σύζυγοι κι ερωμένες του Γουίλις), αλλά ο ουτοπικός στόχος για τη διατήρηση εσαεί της νεότητας (και της ομορφιάς) παραμένει σταθερός. Η κατάσταση μπερδεύεται ακόμη περισσότερο, μόλις οι αντίζηλες εντοπίσουν κι επιχειρήσουν με κάθε μέσον, θεμιτό και αθέμιτο, να εξασφαλίσουν το μαγικό ελιξίριο της αθανασίας.

Σύντομα κι επώδυνα θα κατανοήσουν πως η διασφάλιση της τελευταίας, δίχως παράλληλη ασυλία από τη φθορά του χρόνου, δεν είναι παρά εισιτήριο διαρκείας για ένα ατέρμονο μαρτύριο: μεταφέρεις κάθε κακοτυχία σου – από ένα απλό συνάχι έως έναν σπασμένο σβέρκο – εις το διηνεκές. Ενα σύμπαν χωρίς θάνατο είναι κι ένα σύμπαν χωρίς λύτρωση.

Θα περίμενε κανείς ότι τα άτομα που χαίρουν ευρείας δημόσιας αναγνώρισης εν ζωή κι έχουν τρόπον τινά ήδη στο τσεπάκι τη θετική υστεροφημία, θα ήταν απαλλαγμένα από αντίστοιχες ματαιοδοξίες. Αμ δε. Ψυχολογικά λειτουργεί μάλλον το αντίστροφο: όποιος απλώνει από νωρίς το χέρι στο μέλι, σπάζεται διπλά και τρίδιπλα όταν παίρνουν ξαφνικά το βαζάκι από μπροστά του. Το διατυπώνει καλύτερα ο Γούντι Αλεν: «Δεν θέλω να πετύχω την αθανασία μέσα από το έργο μου – θέλω να πετύχω την αθανασία κερδίζοντας τον θάνατο.

Δεν θέλω να συνεχίσω να ζω μέσα στις καρδιές των συμπατριωτών μου. Θέλω να συνεχίσω να ζω στο δικό μου διαμέρισμα». Ετσι δεν προκαλεί εντύπωση ότι ένα άτομο σαν τον Γουόλτ Ντίσνεϊ (1901-1965), που είχε καπαρώσει από τα πρώτα του κιόλας επαγγελματικά βήματα την αθανασία στις καρδιές των παιδιών όλου του κόσμου, έτρεφε ταυτόχρονα και νοσηρό ενδιαφέρον για τις προόδους της κρυογονικής, μιας μεθόδου στο μεταίχμιο επιστήμης και φαντασίας, προκειμένου να προστατεύσει το φθαρτό του σώμα κατεψυγμένο μέχρις ότου κατορθώσουν οι επιστήμονες του μέλλοντος να τον επαναφέρουν στη ζωή. Βλέπετε, σύμφωνα με τον διαδεδομένο αστικό μύθο, ο Ντίσνεϊ, που πέθανε στα 64 του από καρκίνο των πνευμόνων, αναμένει ακόμη κάπου να τον αποψύξουν. Η αλήθεια είναι πως, λίγο πριν αποβιώσει, έχασε την πίστη του στην κρυογονική και ζήτησε να τον αποτεφρώσουν.

Το πρόβλημα με την κρυογονική, όπως και με κάθε άλλη μέθοδο επιβράδυνσης, αναστολής ή και ανάκλησης της φυσικής φθοράς, είναι ακριβώς αυτό: δεν έχουμε βρει τρόπο – ούτε και διαφαίνεται στον ορίζοντα ότι θα βρούμε – για να εμποδίσουμε την καταστροφή δισεκατομμυρίων κυττάρων (κύτταρα, ας μην το ξεχνάμε, που γεννιούνται και πεθαίνουν κάθε μέρα στο σώμα μας), αλλά ακόμη και αν κάποτε βρούμε, κομμάτι απίθανο, δεν θα καταφέρουμε να τα αναδιατάξουμε όπως ακριβώς τα παραλάβαμε. Με άλλα λόγια, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ ήταν αρκετά ευφυής για να κατανοήσει ότι, εφόσον και όποτε νεκραναστηθεί, θα μοιάζει περισσότερο με κυβιστικό πίνακα του Πάμπλο Πικάσο, όσον αφορά δε τις εγκεφαλικές του λειτουργίες, θα είναι τυχερός εάν στη δεύτερη ζωή του διαθέτει το ένα εκατοστό από τη νοημοσύνη του Γκούφι. Οχι και πολύ δελεαστικό project για έναν επιχειρηματία με την εμπειρία του Γουόλτ.

Παρά την ολοφάνερη αποτυχία της κρυογονικής στο επιστημονικό πεδίο, εξακολουθεί να ασκεί μια αλλόκοτη γοητεία στο φαντασιακό μας. Στην πολιτική σκηνή -ιδίως στην ελληνική – δεν θα υπερβάλλαμε εάν λέγαμε ότι κυριαρχεί πλήρως. Ενας αδέκαστος ξένος παρατηρητής, που θα έμπαινε στον κόπο ν’ ανοίξει την κατάψυξη, θα έπεφτε πάνω σε ποικίλα πολιτικά εδέσματα, συντηρημένα εκεί από τη δεκαετία του 1960 ή ακόμη και του 1950, με το εμφυλιοπολεμικό τους άρωμα διατηρημένο σχεδόν στο ακέραιο. Θα σπαζοκεφάλιαζε να καταλάβει γιατί δεν βρέθηκε κανένας χριστιανός μέχρι τούδε να αδειάσει το ψυγείο. Δεν είμαι εξίσου σίγουρος ότι θα ενθουσιαζόταν με την ιδέα να τα αποψύξει ο ίδιος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο