Η σπουδαία κύπρια ηθοποιός Δέσποινα Μπεμπεδέλη, που την τεράστια υποκριτική της γκάμα θα τη διέκρινες έστω και αν την είχες δει δύο μόνο φορές στις θεατρικές παραστάσεις των έργων «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ και «Χάρολντ και Μοντ» του Κόλιν Χίγκινς, είτε ενώ της απονεμόταν το μεγάλο βραβείο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου: «Το βραβείο αυτό θέλω να το αφιερώσω με πολλή αγάπη, εκτίμηση και βαθύ σέβας σε όλους τους απόντες φίλους – συναδέλφους». Τι ωραία και συγκινητικά βαθιά πνευματική αποστροφή! Αντί για μια απαρίθμηση ονομάτων που θα έκανε φαινομενικά πολύ πιο τιμητική την αφιέρωσή της, προτίμησε να περιλάβει μέσα της και όλους εκείνους που ο ονομαστικός κατάλογος θα είχε αποκλείσει, αφού είναι πάντα πολύ περισσότεροι οι ηθοποιοί που ξεχνάμε σε σχέση με όσους θυμόμαστε. Ακόμη και αν δεν είχε δείξει και δεν είχε υπογραμμίσει την πνευματικότητα του τρόπου αυτού το ίδιο το ευαγγέλιο, θα έφτανε να ανακαλέσει κανείς ένα συστατικό στοιχείο της ύπαρξης του ηθοποιού, ώστε να αντιληφθεί πλήρως πως η οικονομία της φύσεως, της ίδιας της ζωής, συγκροτεί τον κώδικα των αξιών της με βάση τη μετατροπή της επωνυμίας σε ανωνυμία.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να σκεφτείς πως η γοητεία που ασκεί συχνά ένα πρόσωπο, η λάμψη που το περιβάλλει, τα μαλάματα που δίκην αφιερωμάτων το στολίζουν, δεν είναι παρά ένα διαφορετικό μέσο προκειμένου να καταλήξεις σε μια θεώρηση της ζωής ισότιμη με εκείνη που ένας μοναχός μέσα σε σιωπή και σε μόνωση κατακτά. Μπορεί να λογαριαστεί ως μια μορφή «ύβρεως» το να εξισώνεται ένας άνθρωπος που συνειδητά στερείται τα πάντα με έναν άνθρωπο που δείχνει να διεκδικεί και να θέλει τα πάντα, ωστόσο όταν και οι δυο τους αναδεικνύουν ως κοινό παρονομαστή της ζωής την ίδια «αρχή», το πώς σύμφωνα με δυο μεγαλοφυείς στίχους του ποιητή Αλκη Αλκαίου «η ανάγκη γίνεται ιστορία / και η ιστορία γίνεται σιωπή», δεν μπορεί παρά να υπάρχει κάποια βαθύτερη συγγένεια ανάμεσά τους.

Μπορεί να ακούγεται κοινοτοπία ότι το θέατρο είναι μια τέχνη κατεξοχήν εφήμερη, όμως για να παρηγορεί πολύ περισσότερο συχνά (όπως μας έγινε ακόμη περισσότερο συνειδητό την εποχή της πανδημίας) σε σχέση με τέχνες προικισμένες από γεννησιμιού τους με την προοπτική της αιωνιότητας, όπως είναι η λογοτεχνία, η ζωγραφική και η μουσική, σημαίνει πως άμεσα ή έμμεσα αναγνωρίζουμε στο θέατρο κάτι έχει σχέση με το βαθύτερο είναι μας. Ποιο είναι αυτό; Είναι το γεγονός πως το εφήμερο του θεάτρου, μιας θεατρικής παράστασης, όσο σπουδαία ή μοναδική και αν είναι, μας εξοικειώνει με το εφήμερο της ζωής, αλλά όχι με την αγριότητα που η ίδια η ζωή επιμένει να μας το πληροφορεί, μα με έναν τρόπο συγκροτημένο και εκπαιδευτικά πολυμερή.

Για να πεθαίνει ο Οιδίπους με ένα τόσο βαρύ εσωτερικό φορτίο, σημαίνει πως ο θάνατος δεν συνιστά μια αδικία που διαπράττεται σε βάρος του καθενός μας, έχει δηλαδή προσωπικό χαρακτήρα. Ενώ η ατελεύτητη διαδοχή υπάρξεων, που ως εφήμερες και ουσιαστικά ανώνυμες μπορεί να εννοηθούν, συνιστά μιας άλλης μορφής διάρκεια, έστω και με τον τρόπο που τον διατυπώνει ο σπουδαίος γάλλος συγγραφέας Ζαν-Μαρί Λε Κλεζιό: «Δεν είμαι παρά η σταγόνα που θα επιστρέψει κάποια στιγμή στον ωκεανό».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο