Το σκηνικό στο Ορλάντο ήταν αυτό που ήθελε ο Τραμπ για να κάνει την επιστροφή του στο προσκήνιο. Και φαίνεται ότι αυτό ακριβώς ήθελαν να ακούσουν και οι παρευρισκόμενοι στη μεγάλη συνάντηση της Αμερικανικής Συντηρητικής Ένωσης (American Conservative Union), της μεγαλύτερης μαζικής οργάνωσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ουσιαστικά, το CPAC2021 όπως ήταν η ονομασία της συνάντησης ήταν σχεδιασμένο ώστε το αποκορύφωμα να είναι η ομιλία του προέδρου Τραμπ. Η θεματική της ομιλίας και η απήχηση που είχε ήρθαν να υπογραμμίσουν ότι η ατζέντα που έθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ηγεμονική εντός των Ρεπουμπλικάνων, παρά την προσπάθεια σημαντικών στελεχών του ρεύματος αυτού να αποστασιοποιηθούν από την κληρονομιά του Τραμπ, μετά και τα όσα έγιναν στις 6 Ιανουαρίου 2021.

Η ατζέντα του  Ντόναλντ Τραμπ

Πέραν του να υπογραμμίσει ότι παραμένει πολιτικά ενεργός ο τέως αμερικανός Πρόεδρος προσπάθησε με την ομιλία του να ορίσει το περίγραμμα της πολιτικής ατζέντας που μπορεί να ενώσει και συσπειρώσει τους Ρεπουμπλικάνους στην πορεία για να διεκδικήσουν ξανά την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 (όταν θα κριθούν οι έδρες της Βουλής και ένα τρίτο της Γερουσίας) και στη συνέχεια την προεδρία στις εκλογές του 2024.

Κομβική θέση σε αυτή την ατζέντα διατηρεί η αντιμεταναστευτική πολιτική. Ο Τραμπ κατηγόρησε τον Μπάιντεν ότι δεν ακολουθεί τη δική του πολιτική των φραγμών και του τείχους στα σύνορα και ότι προκαλεί «μια χωρίς προηγούμενο μαζική εισροή μεταναστών στη χώρα μας».

Επίθεση, όμως, έκανε στον Μπάιντεν και για το γεγονός ότι κρατάει κλειστά τα σχολεία, υποκύπτοντας στα αριστερά σωματεία των εκπαιδευτικών, χαρακτηρίζοντας τα κλεισίματα των σχολείων «αντιεπιστημονικά».

Υπερασπίστηκε τα εμβόλια και υποστήριξε ότι ήταν χάρη στις ενέργειες της δικής του προεδρίας που εξασφαλίστηκε ότι μπορούσαν να γίνουν τόσο πολλοί εμβολιασμοί σε σύντομο χρόνο. Μάλιστα ανέφερε ότι πίεσε όσο κανείς άλλο την FDA να εγκρίνει τα εμβόλια και εξασφάλισε πολλά δισεκατομμύρια δολάρια για να παραχθούν έγκαιρα τα εμβόλια.

Αντίστοιχα υπερασπίστηκε και την ενεργειακή πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου με τη μέθοδο fracking όπως και τον αγωγό Keystone XL, που ο Μπάιντεν ανέστειλε, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτό θα σημάνει χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας. Ο Τραμπ επέμεινε ότι είχε μια στρατηγική για να κάνει τις ΗΠΑ ενεργειακή υπερδύναμη και κατηγόρησε ότι η επιμονή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ιδίως την αιολική οδηγεί σε καταστάσεις όπως αυτές στο Τέξας μετά την πρόσφατη κατηγορία.

Έκανε σαφές ότι δεν τον ενδιαφέρει να κάνει ένα κόμμα, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές φήμες ως fake news και υπογραμμίζοντας ότι αυτό απλώς θα διαιρούσε τη συντηρητική ρεπουμπλικανική ψήφο και δεν θα κέρδιζαν ποτέ. Γι’ αυτό και επέμεινε να εμφανιστεί ως βασικός υπέρμαχος της ενότητας του ρεπουμπλικανικού κόμματος. «Έχουμε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Πρόκειται να ενωθεί και να είναι δυνατότερο παρά ποτέ», ήταν η χαρακτηριστική φράση του.

Και βέβαια, επέμεινε ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κέρδισε τις προεδρικές εκλογές επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις κατηγορίες που είχε εξαπολύσει περί «κλοπής των εκλογών» και αλλοίωσης του αποτελέσματος ήδη από την επαύριον των εκλογών. Με αυτόν τον τρόπο συντηρεί ένα κλίμα, που στο αποκορύφωμά του οδήγησε στην εισβολή στο Καπιτώλιο και τα όσα ακολούθησαν και το οποίο παραμένει ενεργό μέσα στη βάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Κομβική πλευρά της ατζέντας του και το ίδιο το γεγονός ότι επέλεξε να κάνει τόσο ευθεία επίθεση στον Τζο Μπάιντεν, σε αντίθεση με τους άλλους ομιλητές στο CPAC2021 αλλά και συνολικά το κόμμα του που συνυπολογίζει το γεγονός ότι ο Μπάιντεν απολαμβάνει την μετεκλογική «περίοδο χάριτος» όπως και ότι μόλις κατάφερε να περάσει ένα πακέτο οικονομικών μέτρων για την πανδημία ύψους 1,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Αντίθετα, ο Τραμπ επέμεινε ότι «ο Τζο Μπάιντεν είχε τον χειρότερο πρώτο μήνα οποιουδήποτε προέδρου στη σύγχρονη εποχή».

Η στοχοποίηση των αντιπάλων του μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Ταυτόχρονα, ο Ντόναλντ Τραμπ πήγε στο Ορλάντο με σκοπό να κάνει σαφές ποιους θεωρεί ως αντιπάλους του μέσα στο ίδιο το κόμμα που τον υποστήριξε.

Μάλιστα, βρήκε και ένα ακρωνύμιο με το οποίο τους προσδιορίζει: RINOs. Αυτό προέρχεται από τη φράση «Ρεπουμπλικάνοι μόνο κατ’ όνομα (Republicans In Name Only). Σε αυτούς συμπεριέλαβε συγκεκριμένους πολιτικούς των Ρεπουμπλικάνων όπως την βουλευτή Λιζ Τσέινι, κόρη του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ  Ντικ Τσέινι, που ήταν ανάμεσα στους Ρεπουμπλικάνους που υπερψήφισαν την παραπομπή του Ντόναλντ Τραμπ στη Βουλή των Αντιπροσώπων και την οποία χαρακτήρισε «πολεμοκάπηλη», αλλά και τον επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία Μιτς ΜακΚόνελ που μπορεί να είχε καταψηφίσει την πρόταση για αναδρομική καθαίρεση, όμως είχε μιλήσει ιδιαίτερα επικριτικά, ουσιαστικά καταδικαστικά, για τον τέως αμερικανό πρόεδρο και τα έκτροπα που έλαβαν χώρα στο Καπιτώλιο. Στο στόχαστρό του μπήκαν επίσης ο πρώην υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία Μίτ Ρόμνεϊ, όπως και όλοι οι γερουσιαστές και βουλευτές των Ρεπουμπλικάνων που τοποθετήθηκαν εναντίον του.

Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι θα βοηθήσει να εκλεγούν «ισχυροί, δυνατοί και έξυπνοι Ρεπουμπλικάνοι ηγέτες», σε μια φράση που έδειξε πώς σκοπεύει να παρέμβει ενεργά στις εκλογές του 2022 βοηθώντας πολιτικούς του δικού του κλίματος.

Στο στόχαστρο έβαλε ακόμη και τους Δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, παρότι προεκλογικά είχε παρουσιάζει ως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της προεδρίας του το γεγονός ότι κατάφερε να διαμορφώσει ισχυρή συντηρητική πλειοψηφία μέσα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Τώρα ο Τραμπ στρέφεται εναντίον τους υποστηρίζοντας ότι ήταν δειλοί και δεν τόλμησαν να υποστηρίξουν τη δική του αμφισβήτηση των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Η στοχοποίηση αυτή δεν ήταν άσχετη από τη συνολικότερη προσπάθειά του Τραμπ να ορίσει το περίγραμμα του «Τραμπισμού» ως μιας πολιτικής ιδεολογίας και στρατηγικής που στηρίζεται στην προσπάθεια για επωφελείς συμφωνίες στο γεωπολιτικό επίπεδο, στους περιορισμούς στη μετανάστευση, στην επιφύλαξη απέναντι στα μέτρα για την κλιματική αλλαγή, στον ιδεολογικό συντηρητισμό  και σε μια λογική «πρώτα η Αμερική», στρατηγική που κατά τη γνώμη του απαρνιούνται όσοι εκ των Ρεπουμπλικάνων του κάνουν κριτική.

Η απήχηση του «τραμπισμού» μεγαλύτερη από την απήχηση του Τραμπ

Ο Τραμπ με την ομιλία του αυτή έκανε σαφές ότι ετοιμάζεται για τις επόμενες κινήσεις του. Σε πρώτη φάση να παίξει ρόλο στο ποια κατεύθυνση θα πάρει το ρεπουμπλικανικό κόμμα, με δεδομένο ότι μπορεί να ρίξει το βάρος και την επιρροή τους στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 και σε δεύτερη φάση να εξετάσει το ενδεχόμενο νέας υποψηφιότητας.

Όμως, το γεγονός είναι ότι η επιρροή της ατζέντας του είναι πιο μεγάλη από την απήχηση που θα είχε τυχόν νέα υποψηφιότητά του. Οι συγκεντρωμένοι στο Ορλάντο στη συντριπτική πλειοψηφία τους όταν ρωτήθηκαν υποστήριξαν και τις θέσεις του και τον απολογισμό της θητείας του. Όμως, ως προς το εάν θα πρέπει να είναι ξανά υποψήφιος η πλειοψηφία δεν ήταν συντριπτική αγγίζοντας το 55%. Πράγμα που σημαίνει ότι αρκετοί είναι αυτοί που θα ήθελαν την ατζέντα του Τραμπ με ένα πιο φρέσκο πρόσωπο. Σε αυτή τη φάση πιο δημοφιλής σε αυτό το ενδεχόμενο αναδείχτηκε στο Ορλάντο ο Κυβερνήτης της Φλόριντα Ντον ΝτεΣάντις, όμως είναι πολύ νωρίς για να θεωρηθεί αυτό μια καθοριστική δυναμική.

Σε κάθε περίπτωση γίνεται σαφές ότι όσοι πίστεψαν ότι το τέλος της προεδρίας του Τραμπ και η πλατιά καταδίκη των όσων έγιναν στις 6 Ιανουαρίου σηματοδοτεί και το τέλος της δικιάς του ατζέντας και πολιτικής και την επιστροφή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σε μια πιο «κεντρώα» κατεύθυνση, μάλλον διαψεύδονται.

Το μείγμα νεοφιλελευθερισμού, εθνικισμού, λαϊκισμού και συντηρητισμού (και συντηρητικού ευαγγελικού χριστιανισμού) που έχει εκπροσωπηθεί τα τελευταία χρόνια από διάφορα ρεύματα (ας θυμηθούμε και το Tea Party) και συγκεφαλαιώθηκε στη νίκη Τραμπ (που προσέδωσε και την ιδιαίτερη δική του χροιά σε αυτό το μίγμα), εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχο ανάμεσα στους Ρεπουμπλικάνους

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο