Το μόνο μήνυμα που θα μπορούσε να προκύψει από αυτή τη διαδικασία ήταν, σε τελική ανάλυση, ότι τα εγκλήματα αυτά είναι δικαιολογημένα και συγχωρούνται όταν διαπράττονται από μία κυβέρνηση υπό ορισμένες συνθήκες, αλλά είναι αδικαιολόγητα και ασυγχώρητα και πρέπει να τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου όταν διαπράττονται από κάποια άλλη κυβέρνηση υπό διαφορετικές συνθήκες».

Τζορτζ Κέναν

Αναντίρρητα, η αποτίμηση της βρετανικής εφημερίδας «The Guardian» για τη δίκη της Χρυσής Αυγής – «η μεγαλύτερη δίκη φασιστών από τον καιρό της Νυρεμβέργης» – ήταν διατυπωμένη εν θερμώ (αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου) και χαρακτηριζόταν από ακραία αμετροέπεια: τα συνηθίζουν κάτι τέτοια οι δημοσιογράφοι, όταν βιάζονται να τραβήξουν την προσοχή μας. Οπως παρατήρησαν αρκετοί σχολιαστές, μέσα κι έξω από την Ελλάδα, πιο εύστοχη θα ήταν η σύγκριση της δίκης της Χρυσής Αυγής με τη δίκη του Εθνικοσοσιαλιστικού Υπόγειου Ρεύματος (NSU), μιας γερμανικής εγκληματικής οργάνωσης που είχε αρκετά κοινά σημεία με την ελληνική, καθώς και δύο σημαντικές διαφορές: το υπόβαθρο της ναζιστικής ιδεολογίας ως πυροκροτητή της εγκληματικής δράσης, την αυστηρά παραστρατιωτική οργάνωση και τη σχεδόν ίσης διάρκειας (πεντάχρονη) διεξαγωγή της δίκης αμφοτέρων· ωστόσο, το NSU είχε πιο πλούσια δολοφονική συγκομιδή -χρεώθηκε δέκα ανθρωποκτονίες – και δεν διανοήθηκε ποτέ να κατέβει σε εθνικές ή ευρωπαϊκές εκλογές, πόσω μάλλον να λάβει κάποτε την επιβράβευση από το 10% των γερμανών ψηφοφόρων. Η τελευταία ήταν δική μας ιδιαιτερότητα (μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, παρακαλώ, στις ευρωεκλογές του 2014) και ας μη λησμονήσουμε να επιδώσουμε στο εκλογικό μας σώμα τα θερμά μας συγχαρητήρια.

Παραδόξως, εάν παραβλέψουμε την αμετροέπεια στη σύγκριση με τη δίκη της Νυρεμβέργης, μπορούμε να εντοπίσουμε απροσδόκητες σοκαριστικές ομοιότητες και παρόμοια ηθικά διλήμματα (τηρουμένων, εξυπακούεται, των αναλογιών).

Το Διεθνές Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης (από τον Οκτώβριο του 1945 έως τον Οκτώβριο του 1946) δημιούργησε ένα πολύπτυχο πανευρωπαϊκό «δεδικασμένο», ένα προηγούμενο που θα χρησίμευε ως σημείο αναφοράς προκειμένου να εκδικαστούν στο μέλλον όσες εγκληματικές οργανώσεις παγκοσμίως θα έβγαιναν από τη μήτρα του γερμανικού ναζιστικού κόμματος (NSDAP), αλλά και θα έθετε επί τάπητος όσους «γρίφους» – όχι αποκλειστικά δικονομικούς – κλήθηκε να επιλύσει η Νυρεμβέργη, δίχως πάντοτε να τα καταφέρει: άλλους «γρίφους» τους παρέκαμψε, άλλους τους αγνόησε και σε άλλους έδωσε μια αυθαίρετη απάντηση, που δύσκολα θα γινόταν δεκτή από οποιοδήποτε σύγχρονο δικαστήριο, στοιχειωδώς αντικειμενικό. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε: η Νυρεμβέργη ήρθε να επουλώσει ένα πρωτόγνωρο στην ιστορία «τραύμα» – όχι πια ποταμούς, αλλά ωκεανούς αίματος – και να το μεταλλάξει σε «θαύμα»· το πανευρωπαϊκό «θαύμα» που μας παρέδωσε η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά.

Πάμπολλοι έχουν αποπειραθεί να περιγράψουν αυτή τη μνημειώδη μετάλλαξη -και ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο αγγλοαμερικανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010). Στη θηριωδών διαστάσεων – πάνω από 900 πυκνοτυπωμένες σελίδες – μελέτη του «Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο», που άρχισε να τη γράφει αμέσως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) και την ολοκλήρωσε δεκαέξι χρόνια αργότερα (στην Ελλάδα περιμέναμε άλλα επτά· κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ο Τζαντ εξετάζει εξαντλητικά και καλειδοσκοπικά τη μετάβαση από το «τραύμα» στο «θαύμα», δίχως να αποσιωπά τις ζοφερές πλευρές της, όπως και το ύψος του τιμήματος – τόσο το οικονομικό, όσο και το ανθρώπινο – που έπρεπε να καταβληθεί. Ειδικά στη Νυρεμβέργη και τις υπόλοιπες δίκες «των νικητών επί των ηττημένων», συμπεριλαμβάνοντας τα «λαϊκά δικαστήρια» και τις ακόμη πιο… συνοπτικές διαδικασίες, ο Τζαντ αφιερώνει το πολυσέλιδο δεύτερο κεφάλαιο, υπό τον λακωνικό τίτλο «Η τιμωρία». Εδώ θα σταθούμε κι εμείς σήμερα.

Κατ’ αρχάς, από πού αντλούν οι «νικητές» το δικαίωμα να δικάζουν τους «ηττημένους»; Το ερώτημα ηχεί αφελές, αλλά η απάντηση είναι ωμή και διαχρονική: το αντλούν από την ίδια τους τη νίκη. Δεν χωράει καμία αμφιβολία πως, εάν στα εδώλια των κατηγορουμένων κάθονταν ο Τσόρτσιλ, ο Ρούσβελτ ή ο Στάλιν, η πολιτική αγωγή δεν θα υπέφερε από αφωνία· πάλι για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» θα ακούγαμε να γίνεται λόγος, για «σφαγές άμαχου πληθυσμού» κ.ο.κ. Επ’ αυτής της «λογικής» εδράζεται και η ρήση του αμερικανού διπλωμάτη και ιστορικού Τζορτζ Κέναν που προτάσσουμε στην αρχή· «ουαί τοις ηττημένοις», όπως θα έλεγε και ο Βρέννος στον Ιούλιο Καίσαρα.

Ετσι εξοπλίζεται άραγε ο Νίκος Μιχαλολιάκος ή κάθε άλλος μελλοντικός φυρερίσκος, που αυτοπροσδιορίζεται ως «σπορά των ηττημένων του ’45», με το επιχείρημα ότι πρόκειται για δίκη πολιτικής σκοπιμότητας – τουτέστιν, κακοδικία – και νομιμοποιείται να ζητάει την ακύρωσή της; Ο Τόνι Τζαντ δεν αφήνει την αντίστοιχη νοητική ακροβασία να περάσει απαρατήρητη. «Είναι δύσκολο λοιπόν να ξέρουμε», γράφει, «πόσο συνεισέφεραν οι δίκες των ναζιστών στην πολιτική και ηθική επαναδιαπαιδαγώγηση της Γερμανίας και των Γερμανών. Ορισμένοι ασφαλώς δυσανασχέτησαν θεωρώντας τες «δικαιοσύνη των νικητών» – και αυτό ήταν πράγματι. Ωστόσο, ήταν πραγματικές δίκες πραγματικών εγκληματιών για ευαπόδεικτες εγκληματικές ενέργειες και απετέλεσαν δεδικασμένο ζωτικής σημασίας για τη διεθνή νομολογία κατά τις επόμενες δεκαετίες». Με άλλα λόγια; Μπορεί η Νυρεμβέργη να μη συμψηφίζει το Αουσβιτς με τη Χιροσίμα – να μην ασχολείται καν με τη Χιροσίμα – αλλά κάτι τέτοιο δεν αθωώνει τους θύτες του Αουσβιτς.

Αξιοσημείωτη είναι και η σύγκριση μεταξύ χρυσαυγιτών και ναζιστών ψηφοφόρων, μολονότι εδώ τα μεγέθη είναι εξόφθαλμα δυσανάλογα – το ίδιο και οι συνέπειες από την εκλογική τους συμπεριφορά: οι χρυσαυγίτες (στο ζενίθ τους) άγγιξαν τις πεντακόσιες χιλιάδες, οι ναζιστές δεκάδες εκατομμύρια. Προφανώς δεν φέρουν όλοι την ίδια ευθύνη (η Αυστρία, μάλιστα – μας πληροφορεί ο Τζαντ – είχε δια νόμου διακρίνει την ποινική μεταχείριση των «περισσότερο» από τους «λιγότερο» ναζιστές). Πού θα πάνε αυτές οι (μαύρες) ψυχές; Ποιο κόμμα θα τους τιμωρήσει, θα τους απαλλάξει, θα τους υποδεχτεί, θα τους ενσωματώσει, θα τους αφομοιώσει – και με ποιες μεθόδους; Στα αποκαλυπτικά ιλαροτραγικά παραδείγματα που παραθέτει ο Τόνι Τζαντ, η περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας διακρίνεται για τον ιδεολογικό της ταρτουφισμό.

Η δορυφορική κομμουνιστική κυβέρνηση του Βάλτερ Ούλμπριχτ αντιλαμβάνεται κάτι που ο Στάλιν είχε αντιληφθεί (και εφαρμόσει) πολύ νωρίτερα: δεν υπάρχει πιο πιστό σκυλί από εκείνο που μπορείς να το εκβιάζεις δια βίου με έναν δικό του «σκελετό στην ντουλάπα». Αντιλαμβάνεται επίσης ότι οι κομμουνιστές της Ανατολικής Γερμανίας – «και η άφιξή τους με τα τρένα», σαρκάζει ο Τζαντ, «που μετέφεραν τις αποσκευές του Κόκκινου Στρατού» – πάσχουν από έλλειμμα δημοτικότητας· ως εκ τούτου, μεταγγίζει στις φλέβες της κρατικής μηχανής δεκάδες χιλιάδες πρώην ναζιστές, δουλοπρεπείς, αποτελεσματικούς κι εχέμυθους. Ολα σωστά καμωμένα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο