Τις τελευταίες μέρες θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο διεθνής Τύπος ανακάλυψε ότι η ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία έχει ενισχυθεί σημαντικά και υπάρχει ακόμη και το οριακό ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ.

Αυτό τουλάχιστον δείχνει το γεγονός ότι τέτοια άρθρα εμφανίστηκαν στους Financial Times, στη Wall Street Journal αλλά και σε άλλες μεγάλες εφημερίδες. Και βέβαια συνήθως η εμφάνιση τέτοιων κεντρικών άρθρων σε τέτοια έντυπα – και όχι η απλή καταγραφή γεγονότων – και δη τώρα (και όχι π.χ. όταν είχαμε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο φρεγάτες) αποτυπώνει ότι πλέον και σε επίπεδο κυβερνήσεων και ευρύτερα κέντρων εξουσίας υπάρχει πραγματική ανησυχία για τις εξελίξεις στην περιοχή και για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου.

Είναι σαφές ότι πλέον αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε σχηματικά «διεθνής κοινότητα» αντιλαμβάνεται τη δυναμική μιας σύγκρουσης που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός διαγκωνισμού μεταξύ δύο συμμάχων.

Επιπλέον, φαίνεται ότι γίνεται αντιληπτό ότι η αιτία της κρίσης δεν περιορίζεται απλώς στην ιστορικότητα της σύγκρουσης αλλά έχει να κάνει με τον επιθετικό τρόπο με τον οποίο η Τουρκία αποπειράται να διεκδικήσει ρόλο «περιφερειακής δύναμης» στην περιοχή.

Σε αυτό παίζει ρόλο και η ιδιαίτερη ρητορική που δείχνει να υιοθετεί η Τουρκία που σε ορισμένες πλευρές της φαντάζει ανοίκεια απέναντι σε κυβερνήσει που – ας μην το ξεχνάμε – εξακολουθούν να προσπαθούν να σταθμίσουν εάν η Τουρκία θέλει να παραμείνει μέσα στα γεωπολιτικά όρια αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «Δύση».

Και βέβαια εν μέσω μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης και μιας πανδημίας το ίδιο το ενδεχόμενο του θερμού επεισοδίου ανάμεσα σε δύο χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, που περιγράφεται πλέον ως «όχι πιθανή αλλά πραγματική δυνατότητα», για να δανειστούμε τη φράση από το σχόλιο της σύνταξης της Wall Street Journal, επίσης αυξάνει την ανησυχία και αποτελεί καταλύτη για την επιτάχυνση των διπλωματικών εξελίξεων.

Ο ανταγωνισμός των μεσολαβητών

Σε αυτό το τοπίο έχουν πληθύνει οι προσπάθειες να εμφανιστούν μεσολαβητές ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία ώστε να εκτονωθεί η ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες. Μάλιστα ρόλο έπαιξε σε αυτό ότι κάποια στιγμή οι ΗΠΑ, που παραδοσιακά είχαν τον πρώτο λόγο έχοντας στενές σχέσεις και με τις δύο χώρες, φάνηκε ότι προέκριναν μια κατεύθυνση όπου τον κύριο όγκο της άμεσης μεσολάβησης θα αναλάμβανε η ΕΕ.

Τώρα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά γίνεται μια προσπάθεια να κατοχυρωθεί ότι μπορεί η ΕΕ να χειριστεί μεγάλες εντάσεις και να τις οδηγεί σε ειρηνική επίλυση. Σε αυτό κομβικό ρόλο παίζει και η διάθεση της Γερμανίας να διεκδικήσει ανάλογο ρόλο παρέμβασης σε μεγάλες συγκρούσεις, κάτι που φάνηκε και από τον συστηματικό τρόπο που προσπάθησε να έχει τον βασικό μεσολαβητικό ρόλο στη Λιβυκή κρίση μέσα από τη διαδικασία του Βερολίνου.

Όμως, και εντός της ΕΕ εμφανίζονται αποκλίνουσες στρατηγικές απέναντι στην Τουρκία. Αυτό κυρίως φαίνεται στη διαφορετική προσέγγιση που επιλέγουν Γερμανία και Γαλλία. Η Γερμανία δείχνει να προκρίνει μια αντιμετώπιση με όρους ακριβοδικίας και κατευνασμού, επενδύοντας και στις αναβαθμισμένες σχέσεις που έχει με την Τουρκία αλλά και την παρουσία σημαντικού αριθμού πολιτών τουρκικής καταγωγής στη Γερμανία και προκρίνοντας τη συνεννόηση έναντι των κυρώσεων. Αντίθετα, η Γαλλία που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε μια συνθήκη γεωπολιτικού ανταγωνισμού με την Τουρκία καθώς θεωρεί ότι η τελευταία δοκιμάζει στη Μεσόγειο αλλά και στην Αφρική να αμφισβητήσει την ιδιαίτερη επιρροή που διατηρεί η Γαλλία, θεωρεί ότι έχει η ώρα η Ευρώπη να κάνει μια «επίδειξη ισχύος» έναντι της Τουρκίας. Ούτως ή άλλως η Γαλλία διεκδικεί να υπάρξει μια συνολικότερη «μεσογειακή στρατηγική» της ΕΕ, κάτι που φάνηκε και στην ευρωμεσογειακή σύνοδο κορυφής (MED7) και τη ρητή έκφραση αλληλεγγύης προς Ελλάδα και Τουρκία στο κείμενο των συμπερασμάτων.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θέλουν να εκχωρήσουν το πεδίο της διπλωματίας στους Ευρωπαίους. Μπορεί η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση να έχει μια γενική κατεύθυνση απεμπλοκής π.χ. από τη Μέση Ανατολή, ωστόσο την ίδια στιγμή θέλει μια αναβαθμισμένη παρουσία σε αυτές τις περιοχές. Ας μην ξεχνάμε ότι σε πλανητικό επίπεδο έχουμε μια κλιμάκωση του ανταγωνισμού με τη Ρωσία και αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «Νέο Ψυχρό Πόλεμο».

Καθόλου τυχαία πρόσφατα είχαμε το συμβολισμό της υπέρπτησης έξι στρατηγικών βομβαρδιστικών Β-52, ικανών να μεταφέρουν πυρηνικά όπλα, πάνω από όλα τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ συνοδευόμενα από μαχητικά αεροσκάφη των χωρών αυτών. Όμως, λίγο καιρό μετά δύο Β-52 πέταξαν και πάνω από τη Μεσόγειο συνοδευόμενα από F-16 της Μαροκινής αεροπορίας και F-5 της αεροπορίας της Τυνησίας.

Ούτε ήταν τυχαίο ότι πρόσφατα λίγο μετά τη γερμανική μεσολάβηση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία όλα δείχνουν ότι η αμερικανική διπλωματία έσπευσε να ρίξει το βάρος της για να υπάρξει η έστω και μερική οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και δυνητικά ΑΟΖ ανάμεσα σε Ελλάδα και Αίγυπτο, κίνηση που προκάλεσε και την εκ νέου επιστροφή του τουρκικού ερευνητικού σκάφους σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί ότι ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε και το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικές τις αλλαγές ισορροπιών και προσανατολισμού που διαμορφώνει η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στο Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλαγές τις οποίες θα ήθελαν να δουν να παγιώνονται.

Η επίσκεψη Πομπέο στην Κύπρο

Η Κύπρος έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο των αμερικανικών σχεδιασμών για την ανατολική Μεσόγειο. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δεχτεί αρκετές πιέσεις ώστε εμμέσως πλην σαφώς να ενταχθεί στο πλαίσιο ενός συνολικότερου ΝΑΤΟϊκού σχεδιασμού, εντός και του συνολικότερου κλίματος του «Νέου Ψυχρού Πολέμου».

Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα το East Med Act του αμερικανικού Κογκρέσου σαφώς περιλαμβάνει την Κύπρο και τις συνεργασίες ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ στο πλαίσιο της συνολικότερης αμερικανικής στρατηγικής ασφάλειας.

Άλλωστε, και η πρόσφατη άρση του εμπάργκο όπλων, που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ στην Κύπρο από το 1987, και η απόφαση για πώληση «μη φονικών όπλων» στην Κύπρο, που εξόργισαν την Τουρκία, ρητά παρουσιάστηκαν από τις ίδιες τις ΗΠΑ ως ένα βήμα για τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στο νησί.

Την ίδια στιγμή η Ρωσία, που διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με την Κύπρο, έχοντας σταθερή θέση υπέρ της εφαρμογής των αποφάσεων του ΟΗΕ για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, αλλά και μεταγενέστερες οικονομικές σχέσεις (έστω και εάν πλέον η Μόσχα προσπαθεί να περιορίσει σημαντικά τη έξοδο ρωσικών κεφαλαίων εκτός συνόρων), επανέλαβε πρόσφατα, δια στόματος Σεργκέι Λαβρόφ ότι θέλει να διατηρήσει αναβαθμισμένες σχέσεις με τη Λευκωσία, ακόμη και εάν οι ελληνορωσικές σχέσεις κινούνται σε πιο χαμηλούς τόνους.

Η επίσκεψη Λαβρόφ στη Λευκωσία είχε αρκετούς συμβολισμούς ως προς την υπενθύμιση της παρουσίας της Μόσχας στην ευρύτερη περιοχή, ενώ ήταν και μια ευκαιρία για να καταδειχθεί η διαφορετική προσέγγιση με τις ΗΠΑ: «Ανησυχούμε πολύ ότι μια χώρα που βρίσκεται μακριά – οι ΗΠΑ – προσπαθεί να στρέψει τις χώρες που βρίσκονται εδώ τη μία εναντίον της άλλης και, γενικά, που προωθεί τη γραμμή «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας» και που αναγκάζει όλους τους άλλους να ακολουθήσουν αυτή τη γραμμή», ήταν η χαρακτηριστική δήλωση του Λαβρόφ.

Γράψτε το σχόλιό σας