Μιλώντας στη Βουλή ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις αποτελούσε προεκλογική δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας και άρα κανέναν αιφνιδιασμό δεν αποτελεί η κατάθεσή του.

Και όντως για τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και ευρύτερα τον χώρο που θα ονομάζαμε κεντροδεξιά παράταξη στη χώρα, εδώ και καιρό είχε τεθεί το θέμα της επιβολής κάποιων περιορισμών (ή κανόνων κατά την κάπως πιο «ουδέτερη» διατύπωση που προτιμά η κυβερνητική πλευρά), στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι διαδηλώσεις.

Μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη για την ανάγκη «κανόνων»

Η επιχειρηματολογία υπέρ αυτών των περιορισμών είναι γνωστή εδώ και αρκετά χρόνια. Από τη μια είναι όλα τα επιχειρήματα που αφορούν την όχληση που επιφέρει στο Κέντρο της Αθήνας το φαινόμενο των συχνών διαδηλώσεων, είτε ως καθυστέρηση στην κίνηση των οχημάτων, είτε ως αποτροπή των ανθρώπων από το να ενισχύσουν την εμπορική κίνηση στο Κέντρο.

Από την άλλη, υπάρχει μια αρκετά βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι συχνά οι διαδηλώσεις αποτελούν μια έκφραση ανομίας ή ότι επιτρέπουν την εμφάνιση φαινομένων ανομίας. Σε αυτό προστίθεται και μια αντίληψη, στη οποία συγκλίνουν και οπαδοί ενός πιο κλασικού συντηρητισμού αλλά και ενός ορισμένου νεοφιλελευθερισμού, που θεωρεί ότι η δημόσια έκφραση γνώμης και η διεκδίκηση μπορούν πλέον να έχουν άλλες μορφές. Ας μην ξεχνάμε ότι στον κλασικό φιλελευθερισμό ναι μεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα στη συνάθροιση, αλλά πάντα υπάρχει μια αμηχανία απέναντι στη διαδήλωση ως μοχλό πίεσης, εφόσον υποτίθεται ότι βασικά η πολιτική διαπάλη γίνεται στο κοινοβούλιο.

Όμως, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που αφορά τον πολιτικό συμβολισμό. Σε αυτό το πλαίσιο μικρή σημασία έχει εάν όντως υπάρχει τόσο μεγάλη όχληση στο κέντρο της Αθήνας από τις κινητοποιήσεις – ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι π.χ. τα σταθερά μέσα συγκοινωνίας δεν επηρεάζονται, ότι ο Δήμος της Αθήνας με τον «Μεγάλο Περίπατο» θέλει να περιορίσει και αυτός την κίνηση των οχημάτων, ή ότι η υποχώρηση του εμπορίου είχε να κάνει και με την οικονομική κρίση. Για ένα συντηρητικό πολιτικό και κοινωνικό ακροατήριο έχει πραγματική απήχηση μια ρητορική και πρακτική «νόμου και τάξης», ακόμη και εάν πολύ σπάνια το ίδιο έχει υποστεί επιπτώσεις από μια κινητοποίηση στο κέντρο της Αθήνας. Όπως και με το θέμα των «Εξαρχείων» είναι σαφές ότι η πολιτική επένδυση είναι πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα.

Την ίδια στιγμή, έχει ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προσπάθησε να επιμείνει στην υπεράσπιση του δικαιώματος στη συνάθροιση, ενώ έγιναν και αλλαγές ως προς το νομοθετικό πλαίσιο, σε μια προσπάθεια να αποφύγει να δώσει μια εικόνα αυταρχισμού, κάτι που παραπέμπει και σε επίγνωση ότι για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, οι περιορισμοί σε δικαιώματα πάντοτε αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.

Η φόρτιση γύρω από τα ζητήματα των διαδηλώσεων

Το ζήτημα των διαδηλώσεων έχουν μεγάλη ιστορικότητα στην ελληνική πολιτική ζωή. Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι τη Μεταπολίτευση οι περιορισμοί ήταν σημαντικοί και στην πραγματικότητα η πλήρης ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος στη συνάθροιση είναι κάτι που πρέπει να φτάσουμε στο 1981 για να το δούμε στην πράξη.

Ακόμη περισσότερο, η ίδια η πολιτική ιστορία της χώρα πάντα σφραγίστηκε από μεγάλες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, σε αλλεπάλληλες στιγμές και με διαφορετικές αφορμές.

Οι διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας αποτελούσαν πάντα και έναν τρόπο ένα ζήτημα να έρθει στο προσκήνιο. Συχνά ήταν και ένας τρόπος «ορατότητας» κοινωνικών διεκδικήσεων. Ένα εργοστασιακό σωματείο το οποίο απεργούσε σε μια μονάδα στη Δυτική Αττική, όταν πήγαινε π.χ. στο υπουργείο Εργασίας στην οδό Πειραιώς δεν διεκδικούσε απλώς να δει τον υπουργό, αλλά με τη συγκέντρωσή του να δημοσιοποιήσει το πρόβλημα, ακόμη και εάν ήταν επειδή θα ακουγόταν στο ραδιόφωνο ότι είναι κλειστή η Πειραιώς από συγκέντρωση εργαζομένων.

Η ίδια η χωροταξία της Αθήνας, με μια μεγάλη συγκέντρωση υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών στο Κέντρο, όπως και μεγάλων πανεπιστημιακών σχολών σήμαινε ότι εκεί θα συγκεντρώνονταν και οι διαδηλώσεις.

Την ίδια στιγμή, οι διαδηλώσεις αποτέλεσαν και αποτελούν στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας μεγάλων χώρων. Μπορεί να έρχεται στο μυαλό μας το ΚΚΕ, ένας πολιτικός χώρος που κατεξοχήν χρησιμοποιεί με επιμονή τις μεγάλες συγκεντρώσεις ως μέσο παρέμβασης, αλλά και το ΠΑΣΟΚ για πολλά χρόνια λόγω της μεγάλης παρουσίας του στο συνδικαλιστικό κίνημα, είχε επίσης μεγάλη παράδοση στην οργάνωση διαδηλώσεων (κάτι που εξηγεί και γιατί υπάρχουν και αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΚΙΝΑΛ σε σχέση με τη στάση που κράτησε το κόμμα). Και φυσικά οι διαδηλώσεις είναι βασικό στοιχείο της κουλτούρας και των άλλων ρευμάτων της Αριστεράς, όπως βέβαια και του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι προφανές ότι θα υπήρχαν μεγάλες αντιδράσεις απέναντι σε κάθε προσπάθεια περιορισμού του δικαιώματος αυτού.

Σε όλα αυτά βεβαίως προστίθεται και ο πολιτικός υπολογισμός: ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ, που αισθάνεται πιεσμένος επειδή δεν μπόρεσε να διαφοροποιηθεί στρατηγικά από την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας και επειδή υπάρχουν οι αποκαλύψεις για τις πρακτικές του Νίκου Παππά, θεωρεί ότι βρίσκει μια ευκαιρία να κάνει αντιπολίτευση σε επίπεδο αρχών.

Μπαίνουν περιορισμοί στα δικαιώματα;

Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης είναι δεδομένη: ένα δικαίωμα μπορεί να κατοχυρωθεί, μόνο εφόσον υπάρχουν κανόνες και πλαίσιο που ταυτόχρονα το προασπίζουν αλλά και αποτρέπουν την κατάχρησή τους.

Η αντίθετη επιχειρηματολογία, επίσης γνωστή, εδώ και χρόνια: οποιαδήποτε προσπάθεια να μπουν όρια, κανόνες και φραγμοί σε ένα τέτοιο θεμελιώδες δικαίωμα, ενέχει τον κίνδυνο της φαλκίδευσής του και τελικά του περιορισμού του. Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που μέχρι τώρα διαδοχικές κυβερνήσεις είχαν αποφύγει να φέρουν σχετικό νομοσχέδιο.

Κοινωνικές αντιδράσεις και ο πειρασμός του αυταρχισμού

Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε ξανά έναν μεγάλο γύρο μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών κινητοποιήσεων. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τα τελευταία χρόνια ζήσαμε το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, τις μεγάλες κινητοποιήσεις στο Χονγκ Κονγκ, τις μεγάλες διαδηλώσεις στη Χιλή, τις κινητοποιήσεις μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στις ΗΠΑ. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά είμαστε και πάλι εντός ενός μεγάλου διεθνούς κύκλου κινητοποιήσεων, ανάλογου ίσως με αυτόν που είχαμε στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, όταν από την Αραβική Άνοιξη, περάσαμε στις ελληνικής «Πλατείες» και μετά στο αμερικανικό «Occupy!”.

Στις περισσότερες από αυτές είδαμε να επιλέγεται μια ιδιαίτερα αυταρχική αντιμετώπιση, που συνήθως είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο την οργή, την αγανάκτηση και τη μαζική κινητοποίηση. Μάλιστα, στις ΗΠΑ είδαμε την αστυνομική βία – ας μην ξεχνάμε ότι είναι η χώρα όπου οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν στρατιωτικό εξοπλισμό και συχνά εκπαίδευση – να οδηγεί τελικά σε ένα μαζικό κίνημα για την «από-χρηματοδότηση» της αστυνομίας.

Αυτό είναι και το όριο μιας αντίληψης που βλέπει τη «ριζοσπαστικοποίηση» κυρίως ως ένα θέμα που αντιμετωπίζεται κατασταλτικά. Γιατί εθελοτυφλεί απέναντι στην πραγματικότητα των κοινωνικών εκρήξεων και των μεγάλων κινημάτων, που προφανώς δεν είναι εκφράσεις «ανομίας», αλλά το αποτέλεσμα συνολικότερων κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών, αναγκών και διεκδικήσεων. Και αυτές δεν είναι ποτέ «αστυνομικό» ζήτημα, αλλά βαθιά πολιτικό.

Γράψτε το σχόλιό σας