«Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζορτζ Φλόιντ, του Μάνουελ Έλις και του Ελάιζα ΜακΚλέιν. Οι νεκροψίες τους, όμως, διηγούνταν μια διαφορετική ιστορία. Σύμφωνα με αυτές, ο Φλόιντ πέθανε από «καρδιοαναπνευστική ανακοπή, που δημιούργησε επιπλοκές στη σύλληψή του». «Θα μπορούσε να πει κανείς» ότι τα ναρκωτικά στον οργανισμό του οδήγησαν στο θάνατο του Έλις, σύμφωνα με τις αρχές. Η αιτία θανάτου του ΜακΚλέιν ήταν «αδιευκρίνιστη».

Ανάμεσα στα στρώματα θεσμικής ανισότητας και ρατσισμού που αποκαλύφθηκαν μετά το θάνατο του Φλόιντ, ανήκει και η μέθοδος διερεύνησης των θανάτων. Στις περισσότερες πολιτείες, οι αξιωματούχοι που αναλαμβάνουν τις νεκροψίες δεν είναι υποχρεωμένοι να κατέχουν πτυχίο ιατρικής. Τα τμήματα που επιφορτίζονται με τη διερεύνηση των ύποπτων θανάτων συχνά πάσχουν από υποχρηματοδότηση και έλλειψη εποπτείας, ενώ συνεργάζονται στενά – αν δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο – των αστυνομικών αρχών.

Ως αποτέλεσμα, πολλοί θάνατοι από χέρια αστυνομικών ποτέ δεν καταγράφονται ως δολοφονίες ή η σημασία τους υποτιμάται μέσω διαγνώσεων που εναποθέτουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στην καρδιοπάθεια ή την ψυχική ασθένεια του θύματος, αντί για τη μπότα ή τη σφαίρα των αστυνομικών.

Τον περασμένο μήνα, ομάδα γιατρών και ψυχιάτρων συνυπέγραψαν επιστολή που καταδικάζει το σύστημα μέσω του οποίου «οι αναφορές των ιατροδικαστών παραποιούνται για να αποκρύψουν την αστυνομική βία».

«Μαύροι πολίτες ασφυκτιούν κάτω από το βάρος του ρατσιστικού μίσους. Δεν μπορούν να αναπνεύσουν», λέει το μήνυμά τους που δημοσιεύθηκε στο Scientific America. «Και ακόμη και τη στιγμή που πασχίζουν να πάρουν μια ανάσα, το θεσμικό gaslighting αρνείται τις πραγματικές αιτίες της ασφυξίας τους».

Ασυνέπειες και σύγκρουση συμφερόντων

Στις ΗΠΑ, οι έρευνες των θανάτων δεν εποπτεύονται πάντα από πιστοποιημένους επαγγελματίες.

Η διαδικασία – καίριο στοιχείο του αμερικανικού ποινικού συστήματος – ρυθμίζεται από ένα μωσαϊκό συχνά παραπλανητικών και παράξενων κανόνων και συνηθειών. Αν και οι έρευνες των θανάτων σε ορισμένες κοινότητες διευθύνονται από ιατροδικαστές με πτυχίο ιατρικής και σχετική πιστοποίηση, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτείται οι ιατροδικαστές να έχουν λάβει την ανάλογη εκπαίδευση.

Μόνο τέσσερις πολιτείες – το Κάνσας, η Λουιζιάνα, η Μινεσότα και το Οχάιο – απαιτούν οι ιατροδικαστές να είναι γιατροί, ενώ μόνο 16 από τις 50 πολιτείες έχουν θέσει συγκεκριμένα προαπαιτούμενα εκπαίδευσης.

Σε ορισμένες κοινότητες, η θέση κερδίζεται μέσα από εκλογική διαδικασία. Σε πολλές εξ αυτών, συνδέεται άμεσα με το αστυνομικό τμήμα. Στην πολιτεία της Τζόρτζια, ο δήμαρχος οποιασδήποτε πόλης με πληθυσμό κάτω των 5,000 κατοίκων έχει επίσημη άδεια να υπηρετεί και ως ιατροδικαστής.

Εργολάβοι κηδειών, πάστορες και… μάστορες

Αρκετοί ιατροδικαστές σε επίπεδο κομητείας είναι ιδιοκτήτες γραφείων τελετών, ενώ η θέση συχνά επιτρέπει στους εργολάβους κηδειών να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους στις οικογένειες των θυμάτων. Πάστορες, μάστορες και υδραυλικοί έχουν εκλεγεί κατά καιρούς στη συγκεκριμένη θέση.

Στο Κολοράντο, όπου οι ιατροδικαστές εκλέγονται σε όλες τις κομητείες εκτός από μία, η μόνη προϋπόθεση για τη θέση είναι το… απολυτήριο Λυκείου και η αμερικανική υπηκοότητα. Από τη στιγμή που θα εκλεγούν, λαμβάνουν εκπαίδευση 40 ωρών και αποκτούν μια πιστοποίηση βασικής εκπαίδευσης μέσα στον πρώτο χρόνο της θητείας τους.

Σε περιπτώσεις θανάτων από μη φυσικά αίτια, πολλές τοπικές κυβερνήσεις απαιτούν οι νεκροψίες να πραγματοποιούνται από παθολόγους-εγκληματολόγους. Όμως εντέλει σε πολλές περιπτώσεις είναι ο ιατροδικαστής, και όχι ο παθολόγος, που υπογράφει το πιστοποιητικό θανάτου.

Πρόκειται για ένα πρόβλημα που προκύπτει συχνά και σε πολλές κομητείες της Καλιφόρνια, όπου ο επικεφαλής ιατροδικαστής και ο σερίφης είναι συχνά το ίδιο πρόσωπο. Το 2017, δύο ιατροδικαστές που εργάζονταν στην κομητεία Σαν Χοακίν της Καλιφόρνια παραιτήθηκαν, καταγγέλλοντας ότι ο σερίφης και επικεφαλής ιατροδικαστής Στιβ Μουρ τους πίεζε να αλλάξουν τα αποτελέσματα της νεκροψίας τους για θανάτους που συνέβησαν ενώ τα θύματα κρατούνταν από αστυνομικούς.

Οι προσπάθειες της πλήρους απεμπλοκής των ερευνών θανάτων από την αστυνομία έχουν αποτύχει στην Καλιφόρνια.

«Υπάρχουν υπερβολικά εμφανείς συγκρούσεις συμφερόντων στην διερεύνηση θανάτων στους οποίους εμπλέκονται αστυνομικοί, σε ολόκληρη τη χώρα», εξηγεί ο Τζάτσιν Φέλντμαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης με εξειδίκευση στην αστυνομική βία. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που αυτού του είδους οι θάνατοι υπο-καταγράφονται.

Σε έρευνα του 2017, ο Φέλντμαν και οι συνάδελφοί του ανακάλυψαν ότι ένα πρόγραμμα καταγραφής θανάτων από σφαίρες αστυνομικών μέσω παρακολούθησης των ειδήσεων ήταν πολύ πιο ακριβές από την ομοσπονδιακή βάση δεδομένων που στηριζόταν στα πιστοποιητικά θανάτου. «Στα πιστοποιητικά θανάτου, οι θάνατοι συνήθως καταγράφονταν ως δολοφονίες, όχι όμως ως δολοφονίες με εμπλοκή αστυνομικών», εξηγεί.

Αμφιλεγόμενες αιτίες θανάτου

Όταν τα θύματα έχουν πεθάνει από πνιγμό, από κακοποίηση ή από χτύπημα με τέιζερ, οι αστυνομικοί ερευνητές έχουν ακόμη μεγαλύτερη ευχέρεια στην παραπλανητική καταγραφή της αιτίας θανάτου. Συχνά, αυτού του είδους οι θάνατοι καταγράφονται ως αποτέλεσμα «ντελίριο» – μιας αμφιλεγόμενης διάγνωσης που δεν αναγνωρίζεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση, την Αμερικανική Ιατρική Ένωση ή τον ΠΟΥ.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ντελίριο υποτίθεται ότι έχουν «υπερφυσικές δυνάμεις» και γίνονται επιθετικοί σε συνδυασμό με τη χρήση ναρκωτικών όπως η κοκαΐνη ή η μεθαμφεταμίνη. Όταν αλληλεπιδρούν με την αστυνομία, υποτίθεται ότι παλεύουν και καταρρέουν, ουσιαστικά πεθαίνοντας… μόνοι τους.

«Ακόμη και αν περιγράφει ένα πραγματικό φαινόμενο, ο όρος χρησιμοποιείται υπερβολικά συχνά, με σκοπό να υπονομεύσει την ευθύνη της αστυνομίας», τονίζει ο Φέλντμαν. Ακόμη, όμως, και αν οι θάνατοι χαρακτηριστούν αυτοκτονίες, σπανίως καταγράφονται ως έχοντες προκύψει με ευθύνη της αστυνομίας. «Από αυτή την άποψη, η νεκροψία Φλόιντ αποτελεί ανωμαλία», υπογραμμίζει.

Παραπλανητική ιατρική ορολογία

Η νεκροψία Φλόιντ στην πολιτεία Χένπιν κατέγραψε τον θάνατο ως «καρδιοαναπνευστική ανακοπή που δημιούργησε επιπλοκές στη σύλληψη και τον περιορισμό από την αστυνομία, ενώ δέχτηκε πίεση στο λαιμό».

Η παράξενη, παθητική διατύπωση, η οποία υπονοεί ότι ο θάνατος του Φλόιντ «περιέπλεξε» τις πράξεις της αστυνομίας, αν και τεχνικά είναι ακριβής, «είναι απολύτως βλαβερή», σημειώνει η Τζένιφερ Τσάι, γιατρός επειγόντων περιστατικών στο Πανεπιστήμιο Yale, και μια εκ των υπογραφόντων της επιστολής.

Επιπλέον, η νεκροψία Φλόιντ ανέφερε και μια σειρά από υποκείμενα προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων η καρδιοπάθεια και η υπέρταση, ενώ συμπεριλάμβανε τοξικολογικό έλεγχο που εντόπισε «καναβιδοειδή, αμφεταμίνες και φεντανύλη/μεταβολίτες στον οργανισμό του – αν και τίποτα από τα παραπάνω δεν φαίνεται να συνέβαλε στο θάνατό του.

Δολοφονία χαρακτήρα

Παρά το γεγονός ότι τελικά η κομητειακή νεκροψία συμφώνησε με την ανεξάρτητη νεκροψία που παρήγγειλε η οικογένεια του Φλόιντ – ότι ο θάνατος ήταν δολοφονία – η έκθεση του ιατροδικαστή χρησιμοποιήθηκε από τον πρώην αστυνομικό, Ντέρεκ Τσόβιν, για να υποστηρίξει ότι «υποκείμενα νοσήματα και πιθανές ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό του, είναι πιθανό να έπαιξαν ρόλο στο θάνατό του».

Σύμφωνα με την Τσάι, είναι συνηθισμένη πρακτική να συμπεριλαμβάνονται ιατρικές πληροφορίες που δεν έχουν άμεση σχέση με το θάνατο στο πλαίσιο της «δολοφονίας χαρακτήρα». Συχνά, οι νεκροψίες ενισχύουν τις αφηγήσεις ότι οι μαύροι δολοφονηθέντες ήταν μεγαλόσωμοι και απειλητικοί – παράλληλα, όμως, κατά κάποιο τρόπο και εύθραυστοι, με την υγεία τους να βρίσκεται σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε να πεθαίνουν με ένα απλό άγγιγμα, προσθέτει η Τσάι.

Μάλιστα, η Τσάι αναφέρεται στην περίπτωση του Έρικ Γκάρνερ, ο οποίος σκοτώθηκε αφού ένας αστυνομικός της Νέας Υόρκης του έκανε κεφαλοκλείδωμα. Παρά το γεγονός ότι η νεκροψία αναγνώριζε ότι η χρήση βίας από τον αστυνομικό σκότωσε τον Γκάρνερ, οι δικηγόροι του αστυνομικού επέμειναν στο άσθμα του Γκάρνερ, στη διογκωμένη καρδιά του, στην υπέρταση από την οποία έπασχε και στο ότι ήταν παχύσαρκος. Εντέλει, ο ιατροδικαστής συμφώνησε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ακόμη και μια σφιχτή αγκαλιά θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τον 43χρονο.

«Είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται διαρκώς», σημειώνει η Τσάι.

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας