Οι αποκαλύψεις, από διάφορες κατευθύνσεις, για τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε οικονομική και πολιτική εξουσία ήρθαν να θυμίσουν μια πραγματικότητα οικεία εδώ και δεκαετίες για τις περισσότερες φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Σε πείσμα της εξέλιξης που έχει υπάρξει ως προς τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες, αλλά και της πολύ μεγαλύτερης ικανότητας ανακάλυψης των ιχνών τους, η πραγματικότητα είναι ότι τα φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς δεν έχουν υποχωρήσει, ενώ αποδεικνύεται ότι δεν κάνουν και διακρίσεις ως προς τα πολιτικά ρεύματα.

Ισως ο λόγος να βρίσκεται στο ότι παρά τη ρητορική της απελευθέρωσης των αγορών, ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας εξαρτάται από αποφάσεις κρατικών οργάνων για παραγγελίες, αναθέσεις έργων και τιμολογήσεις.

Αυτό αντικειμενικά γεννά το έδαφος για κάθε είδους συνεννοήσεις και συναλλαγές σε διάφορα επίπεδα.

Στην Ευρώπη αυτό αφορά και αποφάσεις ή οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Καθόλου τυχαία ότι στις Βρυξέλλες εκτιμάται ότι εργάζονται περίπου 25.000 εκπρόσωποι διαφόρων λόμπι.

Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό επιτείνεται και από το φαινόμενο των «περιστρεφόμενων θυρών», που περιγράφει τα στελέχη που εναλλάσσουν θέσεις στην πολιτική ή την κρατική διοίκηση με θέσεις στον κόσμο της επιχειρηματικότητας.

Το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου υπάρχουν θεσμοθετημένες εκδοχές τέτοιων συναλλαγών είναι ενδεικτικό: η εκτίναξη του κόστους των προεκλογικών εκστρατειών οδήγησε και σε μία κλιμάκωση της βαρύτητας των εταιρικών συνεισφορών σε αυτές.

Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει.

Η δημοκρατία ως συλλογική πρακτική και απόφαση δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην τήρηση κανόνων fair play στις σχέσεις ανάμεσα σε πολιτική και επιχειρηματικότητα.

Στην πραγματικότητα το ζητούμενο είναι να κατακτηθεί ξανά μια ορισμένη αυτονομία της πολιτικής έναντι της αγοράς.

Ως ένα βαθμό αυτό ήταν γνώρισμα της περιόδου της πανδημίας, όταν κυβερνήσεις αποφάσισαν να πάρουν μέτρα ακόμη και σε σύγκρουση με επιμέρους συμφέροντα, στηριζόμενες στο πολιτικό κριτήριο που αφορούσε την προτεραιότητα της δημόσιας υγείας.

Μόνο που αυτή η αυτονομία της πολιτικής πρέπει να ξαναγίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Γράψτε το σχόλιο σας