Τώρα που ειδικοί, αλλά και το ευρύ κοινό, στρέφονται προς προηγούμενες υγειονομικές κρίσεις αναζητώντας αναλογίες ή μαθήματα, με ενδιαφέρον διαπιστώνει κανείς ότι στον 20ό αιώνα, πέραν της «Ισπανικής Γρίπης», που άφησε τραυματική μνήμη, είχαμε δύο πανδημίες γρίπης, το 1957 – 1958 και το 1968 – 1969, που παρά το σημαντικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές δεν προκάλεσαν το ίδιο κλίμα φόβου, ούτε έμειναν στη μνήμη ως παραδείγματα συλλογικού τρόμου.

Η υπόθεση ότι αυτό οφείλεται στο ότι τότε οι άνθρωποι ήταν περισσότερο συμφιλιωμένοι με τον αδόκητο θάνατο, ή είχαν μικρότερη εμπιστοσύνη στη δύναμη της ιατρικής επιστήμης δεν δείχνει να επιβεβαιώνεται. Η περίοδος εκείνη μάλλον ήταν περίοδος μεγάλης εμπιστοσύνης στη δύναμη της ιατρικής. Είχε τιθασευτεί η φυματίωση, είχε αντιμετωπιστεί η πολιομυελίτιδα, η ευλογιά ήταν σε τροχιά εξάλειψης και ο συνδυασμός αντιβιοτικών και εμβολίων είχε περιορίσει σημαντικά τα λοιμώδη νοσήματα. Το προσδόκιμο ζωής αύξαινε, η παιδική θνησιμότητα υποχωρούσε, τα συστήματα υγείας εξαπλώνονταν, το βιοτικό επίπεδο βελτιωνόταν και υπήρχε μεγαλύτερη αισιοδοξία. Ισως εκεί να βρίσκεται η αιτία της έλλειψης πανικού ή μεγάλων αλλαγών στη συμπεριφορά των ανθρώπων (παρότι υπήρξαν εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα των εφημερίδων): είχαμε να κάνουμε με κοινωνίες με διαφορετικό βίωμα φόβου.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες έγιναν όλο και περισσότερο κοινωνίες του φόβου, ή, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που εισήγαγε ο Ούρλιχ Μπεκ, κοινωνίες της διακινδύνευσης. Πολλοί από τους λόγους του διάχυτου αισθήματος φόβου ήταν δικαιολογημένοι: ανακαλύψαμε οικολογικούς κινδύνους, από την πυρηνική ενέργεια έως την ατμοσφαιρική ρύπανση και την κλιματική αλλαγή· συνειδητοποιήσαμε ακόμη περισσότερο τις αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος, της κακής διατροφής, της έλλειψης σωματικής άσκησης· αντιμετωπίσαμε τα τροχαία ατυχήματα ως πραγματικό πρόβλημα. Αλλοι κίνδυνοι είχαν να κάνουν περισσότερο με μια διάχυτη «οικολογία του φόβου» που αναπτύχθηκε: ο φόβος για την εγκληματικότητα (που στις περισσότερες χώρες περιορίστηκε σταδιακά ως προς τις πιο βίαιες εκφράσεις της) ή, ακόμη περισσότερο, ο φόβος για την τρομοκρατία.

 

Απώλεια εμπιστοσύνης

Ομως, το πιο βασικό είναι ότι ήδη από τη δεκαετία του 1970 υπάρχει σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης σε θεσμούς και πρακτικές που υποτίθεται ότι διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό αίσθημα «ασφάλειας». Η κρίση του κράτους πρόνοιας σε συνδυασμό με το τέλος των «30 ενδόξων χρόνων» μεταπολεμικής ανάπτυξης, οδήγησαν στη νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση και μια νέα πολιτική και κοινωνική συνθήκη. Ο νεοφιλελευθερισμός εμπεριέχει ένα έντονο στοιχείο ατομικής διακινδύνευσης (η άλλη πλευρά του νομίσματος της «ατομικής επιτυχίας») και ανασφάλειας, εφόσον η παροχή αυξημένων εγγυήσεων ευημερίας δαιμονοποιήθηκε. Επιπλέον, η πειθαρχική και κατασταλτική πλευρά της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης χρειαζόταν την απειλή ως φόβητρο, με αποκορύφωμα την εργαλειοποίηση των «τρομοκρατικών απειλών» για τη συρρίκνωση των δημοκρατικών ελευθεριών.

Την ίδια ώρα η έννοια της κοινωνικής προόδου απαξιώθηκε πολλαπλά, ενώ η έννοια της κοινωνικής αλλαγής και του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού τέθηκε ιδεολογικά «εκτός παιδιάς», καθώς ο καπιταλισμός ορίστηκε ως αναπόδραστος ιστορικός ορίζοντας. Ως αποτέλεσμα υποχώρησε η συλλογική αντιμετώπιση υπαρκτών κινδύνων (των ασθενειών, της φτώχειας, της ανισότητας, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης) ως προβλημάτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από την αλλαγή (ή την ανατροπή) των κοινωνικών συνθηκών που τα γεννούν, μια αντιμετώπιση που τροφοδότησε τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα του 20ού αιώνα. Αντίθετα, κυριάρχησε μια αντίληψη που έδινε μόνο δύο επιλογές: είτε την καταναγκαστική επανάληψη του παρόντος, είτε την αποκαλυπτική καταστροφή που παραπέμπει στο τέλος του κόσμου, την πλήρη αναστολή της «κανονικότητας» και τη βαρβαρότητα, θεματική ιδιαίτερα προσφιλής στις ταινίες του Χόλιγουντ.

Η «αποκαλυπτική» αυτή αντίληψη του φόβου είναι εμφανής και στη διαχείριση της πανδημίας του νέου κορωνοϊού. Είναι αυτή που οδηγεί σε έναν ιδιότυπο εγκλωβισμό της σκέψης και της πολιτικής σε ένα σχήμα που θεωρεί ότι στην αναμονή του εμβολίου ή του αποτελεσματικού θεραπευτικού σκευάσματος το μόνο μέσο που υπάρχει είναι το διηνεκές lockdown, υποτιμώντας τα προβλήματα από τυχόν επ’ αόριστο εφαρμογή του και προσπερνώντας άλλα μέτρα και παρεμβάσεις. Το κυριότερο είναι ότι αυτό το σχήμα παραβλέπει μια βασική αρχή της δημόσιας υγείας που λέει ότι όταν δεν μπορεί να αποτραπεί πλήρως η έκθεση σε ένα παθογόνο, τότε το βάρος πέφτει στη διαμόρφωση των συνθηκών που καθιστούν τον πληθυσμό λιγότερο ευάλωτο, συνθηκών που έχουν να κάνουν με την κοινωνική ισότητα, την αναδιανομή εισοδήματος, την περιβαλλοντική προστασία, την πρόσβαση στα δημόσια συστήματα υγείας και πρόνοιας, την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα, έννοιες και κατευθύνσεις ασύμβατες με τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό.

Κοινωνική αλλαγή έναντι του φόβου

Η διεκδίκηση της κοινωνικής αλλαγής αποτελεί αντίδοτο στην παραλυτική διάσταση του φόβου και η ιστορία των μεγάλων αγώνων, από τις επαναστάσεις (η επίγνωση των επιπτώσεων του πολέμου ήταν καταλύτης της Ρωσικής Επανάστασης) έως τα κινήματα αντίστασης (που σηματοδοτούσαν κατεξοχήν άρνηση υποταγής στον φόβο), έχει να προσφέρει αρκετά παραδείγματα. Στις μέρες μας και με δεδομένη την αυξανόμενη επίγνωση του κοινωνικού προσδιορισμού της ευαλωτότητας στον κορωνοϊό, η κατεύθυνση αυτή αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα.

Γράψτε το σχόλιο σας