Η πανδημία και το lockdown που τη συνόδευσε, τροποποίησαν και τον άξονα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Στα προγράμματα των βασικών πόλων του πολιτικού συστήματος κυριαρχεί η αντιπαράθεση όχι για το «λιγότερο κράτος» αλλά για την κρατική παρέμβαση στην οικονομία.

Κρατική στήριξη στην ιδιωτική οικονομία

Ειδικότερα η αντιπαράθεση της κυβέρνησης με το ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τα μέτρα του σχεδίου «Γέφυρα» και του «Μένουμε Όρθιοι» είναι ενδεικτική των πολιτικών μεταβολών που έχει επέλθει στη μετα-κοροναϊό εποχή.

Ωστόσο η διεξαγόμενη συζήτηση και αντιπαράθεση για τα κομματικά προγράμματα δεν εδράζεται στην επάνοδο σε πολιτικές κρατικοποίησης τομέων της οικονομίας, που υποτιμητικά έχει αποκληθεί «κράτος πατερούλης» από τους οπαδούς της «ελεύθερης αγοράς».

Πρόκειται περισσότερο για μια συζήτηση γύρω από το εύρος της κρατικής στήριξης στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα προκειμένου η τελευταία να ορθοποδήσει. Συνακόλουθα μ’ αυτή, η κρατική παρέμβαση επεκτείνεται στις πολιτικές που επαγγέλλονται τη συγκράτηση της ανεργίας σε όσο το δυνατό πιο χαμηλά επίπεδα.

Το θέμα των μισθών και της ασφάλισης

Άλλωστε η βασικότερη διαφορά στα προγράμματα των δύο κομμάτων εξουσίας βρίσκεται στο ζήτημα των μισθών και το αν θα πρέπει η κρατική στήριξη να είναι τέτοια που να μην οδηγεί στη μείωση των μισθών.
Η κυβέρνηση με το πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ μειώνει το μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις στο 50% και έρχεται να καλύψει το 30% των αποδοχών του εργαζόμενου που σημαίνει μείωση του συνολικού μισθού κατά 20%.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του προτείνει –για το ίδιο τετράμηνο διάστημα- να παραμείνει στην επιχείρηση η υποχρέωση της καταβολής του 60% του μισθού και το υπόλοιπο 40% να το αναλάβει το κράτος.

Στο θέμα των ασφαλιστικών εισφορών το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει την κάλυψή τους από τον εργοδότη με βάση την υφιστάμενη σύμβαση εργασίας που έχει με τους εργαζόμενους του, ενώ το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει την κάλυψή τους κατά 100% από το κράτος.

Πάντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε τη θεσμοθέτηση της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών και μάλιστα ο Γιάννης Βρούτσης τόνισε σήμερα ότι αυτό το μέτρο θα λειτουργήσει ευεργετικά για την αγορά εργασίας.
Από εκεί και πέρα η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΙΝΑΛ προς την κυβέρνηση είναι πως πριμοδοτεί την εκ περιτροπής εργασίας και ταυτόχρονα τη μείωση των μισθών.

Η μερική απασχόληση

Βέβαια το πρόγραμμα SURE της ΕΕ, η ελληνική εκδοχή του οποίου είναι το πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ, στηρίζεται στο γερμανικό μοντέλο στήριξης της μερικής απασχόλησης. Άρα, η διεκδίκηση τέτοιων κονδυλίων, τα οποία τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΙΝΑΛ την υποστηρίζουν έρχεται εν μέρει σε αντίφαση με την κριτική που ασκούν προς την κυβέρνηση για τη μερική απασχόληση.

Υπάρχει πάντως μια ενδιαφέρουσα πτυχή της κριτικής που κάνει η Φώφη Γεννηματά η οποία τονίζει πως οι εργαζόμενοι θα πληρώσουν διπλά αυτό το πρόγραμμα, τόσο με την περιστολή εργασιακών και μισθολογικών δικαιωμάτων όσο και με το γεγονός ότι ως φορολογούμενοι πολίτες θα επωμιστούν το βάρος νέων κρατικών χρεών καθώς τα κονδύλια της ΕΕ μέσω του SURE δεν παύουν να είναι δάνεια προς τα κράτη όπως αναφέρει η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ.

Το κράτος στηρίζει με κεφάλαιο κίνησης τις επιχειρήσεις

Σε κάθε περίπτωση πάντως τα κομματικά επιτελεία αναγνωρίζουν ότι η επιχείρηση δεν μπορεί να εγγυηθεί τους μισθούς των εργαζομένων της. Και μάλιστα αυτό αγγίζει ένα τεράστιο κομμάτι της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση περί ιδιωτικών επενδύσεων που θα δημιουργούσαν πολλές και καλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας –σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα της ΝΔ πριν από την υγειονομική κρίση- έχει εμφανώς ατονήσει.

Από εκεί και πέρα η στήριξη των επιχειρήσεων με κεφάλαιο κίνησης είναι ένα ακόμα ζήτημα στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν τα προγράμματα των βασικών μονομάχων για την εξουσία.

Η κυβέρνηση μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας εγγυάται το 80% του δανείου για να βρει κεφάλαιο κίνησης μια επιχείρηση και υπολογίζει το εν λόγω πρόγραμμα στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του προτείνει κάτι αντίστοιχο ύψους ωστόσο 12 δισεκ. ευρώ.

Οι φορολογικές διευκολύνσεις

Είναι σαφές πια ότι η κρατική παρέμβαση στα κομματικά προγράμματα δεν αφορά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ή τους πιο φτωχούς όπως έχουμε συνηθίσει στο πλαίσιο του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους».

Αν και αυτά φυσικά εξακολουθούν να υπάρχουν είτε με το «επίδομα ειδικού σκοπού» της κυβέρνησης, είτε με τη μορφή του «εισοδήματος έκτακτης ανάγκης» που πρότεινε χτες ο Αλέξης Τσίπρας από το Ζάππειο.

Αρκετά σημεία σύμπτωσης υπάρχουν και σε κάποιες μειώσεις φόρων όπως πχ ο ΦΠΑ στην εστίαση και τον τουρισμό, για την ακρίβεια σε ένα μεγάλο μέρος των προϊόντων που σχετίζονται με την εστίαση. Πχ τα αλκοολούχα ποτά εξαιρούνται από τις προτάσεις μείωσης του ΦΠΑ τόσο στα εξαγγελθέντα κυβερνητικά μέτρα όσο και στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ή στις θέσεις του ΚΙΝΑΛ.

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και οι μειώσεις στην προκαταβολή φόρου ή στις αναστολές πληρωμών οφειλών. Στην ίδια λογική κινούνται οι μειώσεις ενοικίου ή η επιδότηση ενοικίου.

Έμμεση κρατική χρηματοδότηση του τουρισμού

Επιπλέον τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΚΙΝΑΛ έχουν καταθέσει προγράμματα εσωτερικού τουρισμού, που ουσιαστικά είναι προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για να «δουλέψουν» οι επιχειρήσεις στο χώρο του τουρισμού.
Αναμένεται πάντως να κατατεθεί και από την κυβέρνηση ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τη φετινή τουριστική σεζόν όπως άλλωστε έχει προαναγγείλει και ο πρωθυπουργός.

Σε κάθε περίπτωση πάντως στα προγράμματα των κομμάτων αποτυπώνεται ότι οι έκτακτες συνθήκες στρέφουν τους πάντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αγκαλιά …του κράτους αναζητώντας στήριξη και πως η αγορά δεν δύναται από μόνη της να αντιμετωπίσει τις μεγάλες κρίσεις.

Κρατικοποιήσεις

Μία ίσως κομβική διαφορά που υπάρχει με τη ΝΔ είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει για την διάσωση των μεγάλων επιχειρήσεων με κρατική ενίσχυση, το κράτος να γίνεται μέτοχος της εταιρείας σε ποσό αντίστοιχο του ύψους της ανακεφαλαιοποίησης που απαιτείται για τη διάσωση της εταιρείας. Αλλά αυτό αφορά πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις εταιρειών σε κάποιους τομείς στρατηγικής σημασίας.

Το δια ταύτα πάντως για τα κόμματα και τα αφηγήματά τους φαίνεται να διαμορφώνεται ως εξής:

Η μεν ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης επί της ουσίας μετά την υγειονομική κρίση δεν μπορούν να υπερασπιστούν το υπερασπιστούν σε καθαρά ιδεολογικό επίπεδο το αφήγημα της έκρηξης των ιδιωτικών επενδύσεων που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα δεν παίρνει μέτρα για τα οποία εγκαλείται από την αντιπολίτευση ότι αποτελούν μέτρα στήριξης των επιχειρηματιών σε βάρος της εργασίας.

Το άνοιγμα Τσίπρα

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως ο Αλέξης Τσίπρας κάνει κάτι που δεν φαίνεται ακόμα τόσο έντονα και δεν είναι τίποτα άλλο από το να προσπαθεί να προσεγγίσει τον επιχειρηματικό κόσμο. Μάλιστα ο κ. Τσίπρας τις τελευταίες μέρες έχει πει –το επανέλαβε και χτες στο Ζάππειο- δύο φορές πως τα συμφέροντα της επιχειρηματικότητας και της εργασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.

Από εκεί και πέρα, οι όποιες αντιπαραθέσεις με τις αλληλοκατηγορίες ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τα «λεφτόδεντρα», αλλά και η ταυτόχρονη κριτική του ΚΙΝΑΛ για νεοφιλελεύθερο συντηρητισμό της ΝΔ και λαϊκισμό νέων Ζαππείων του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον συσκοτίζει το προφανές: Πως οι πραγματικές διαχωριστικές γραμμές στην ασκούμενη οικονομική πολιτική είναι περισσότερο δυσδιάκριτες από αυτό που εκπέμπει την ρητορική οξύτητα των αντιπαραθέσεων.

Ασχέτως ιδεολογικού περιτυλίγματος, ο κοινός τόπος των τριών βασικών πολιτικών δυνάμεων είναι το μείγμα της κρατικής στήριξης στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Γράψτε το σχόλιο σας