Τη δραματική κατάσταση στη Βρετανία, καθώς η πανδημία του κοροναϊού συνεχίζει την φονική επέλασή της στη χώρα, περιγράφει η Ζόγια Αζίζ, μια μαθήτρια, κόρη γιατρών με επιστολή της στον Guardian. Σε αυτή περιγράφει την εμπειρία της από την ασθένεια και των δύο γονιών της, τον τρόμο της για τη συνθήκη που βιώνει, αλλά και την ελπίδα της για λίγο φως μέσα στο σκοτάδι των καιρών μας.

“Διανύουμε την έκτη εβδομάδα του lockdown και για πολλούς ανθρώπους τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα. Οι περισσότερες οικογένειες τηρούν αποστάσεις ακόμη και μεταξύ τους, εντός των σπιτιών τους. Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν το σπίτι τους μόνο για τα εβδομαδιαία ψώνια – και περνούν πολύ από αυτό το χρόνο περιμένοντας σε ουρές – ή για να ασκηθούν, μια φορά την ημέρα.

Για τη δική μου οικογένεια τα πράγματα είναι ελαφρώς διαφορετικά. Το πάρκινγκ μας είναι συνήθως άδειο κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς οι γονείς μου, που είναι γιατροί, εξακολουθούν να πηγαίνουν στη δουλειά. Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι μόλις λίγες εβδομάδες πριν το μοναδικό μου άγχος ήταν οι τελικές εξετάσεις μου. Τώρα ακούω καθημερινά για θανάτους από κοροναϊό. Δεν μπορώ παρά να φοβάμαι όλο και περισσότερο για τους γονείς μου, καθώς ακούω τις ημερήσιες ενημερώσεις μαζί με τον αδελφό μου. Πονάω για τη γνώση του αριθμού των επαγγελματιών υγείας που έχουν χάσει τη ζωή τους.

Ο υπουργός υγείας και κοινωνική πρόνοιας Ματ Χάνκοκ έχει ανακοινώσει ότι οι οικογένειες των εργαζόμενων στο NHS και τα γηροκομεία που έχασαν τη ζωή τους από τον κοροναϊό θα λάβουν 60,000 λίρες ως αποζημίωση. Είμαι σίγουρη ότι θα προτιμούσαν να έχουν κοντά τους τους αγαπημένους τους. Είναι αδιανόητο που τοποθετούν τιμή στη ζωή των ανθρώπων. Ίσως αν αυτά τα χρήματα είχαν δαπανηθεί για την αγορά ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, οι θάνατοι να ήταν λιγότεροι.

Οι γονείς μου συνεχίζουν να εργάζονται επιδιώκοντας να τηρούν όσο περισσότερο γίνεται την αίσθηση μιας κανονικότητας. Αλλάζουν ρούχα πριν φύγουν για τη δουλειά και αμέσως μόλις ξαναμπούν στο σπίτι. Αποφεύγουν κάθε επαφή μαζί μας μέχρι να κάνουν μπάνιο και να απολυμάνουν σχολαστικά τα πράγματά τους.

Στην αρχή συζητούσαν ο μπαμπάς μου να μετακομίσει προσωρινά σε κάποιο ξενοδοχείο. Διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης, καθώς εργάζεται σε νοσοκομείο. Παρά τις τεράστιες προσπάθειές τους να πλένουν τα χέρια τους διαρκώς, και τη δημιουργία “σταθμού υγιεινής” στο χωλ, και οι δύο κόλλησαν κοροναϊό, ο ένας μετά τον άλλο.

Δεν με ξάφνιασε. Οι οδηγίες και οι προμήθειες προστατευτικού εξοπλισμού ήταν ανεπαρκείς. Τα νοσοκομεία έχουν ξεμείνει από στολές και οι οδηγίες γύρω από το επίπεδο προστατευτικού εξοπλισμού που θα πρέπει να χρησιμοποιούν αλλάζει διαρκώς. Το προσωπικό του χειρουργικού τμήματος που εργάζεται η μαμά μου αναγκάστηκε να προμηθευτεί μόνο του τον απαραίτητο εξοπλισμό. Αγόρασαν στολές, προσωπίδες, προστατευτικά γυαλιά και μάσκες.

Ο μπαμπάς μου κόλλησε κοροναϊό από την πρώτη εβδομάδα του lockdown. Ήταν Πέμπτη και όλοι χειροκροτούσαν στα μπαλκόνια τους τους γιατρούς του NHS, κι εκείνος ετοιμαζόταν να ανέβει τη σκάλα για το δωμάτιό του. Μας είπε ότι ένιωθε λες και προσπαθούσε να ανέβει στο Έβερεστ. Παρέμεινε απομονωμένος από όλους μας, υποφέροντας από πυρετό, ρίγη και ισχυρούς μυϊκούς πόνους. Συχνά τον άκουγα να ουρλιάζει από τον πόνο. Η μαμά μου έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει, χορηγώντας του τακτικά παρακεταμόλη και μαγειρεύοντας θρεπτικές σούπες τις οποίες εκείνος έτρωγε μετά βίας. Έβαζε τη μάσκα της και του άφηνε φαγητό έξω από την πόρτα του.

Οι γονείς μου δεν κατάφεραν να κάνουν τεστ παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ότι θα εξεταζόταν όλο το προσωπικό του NHS. Μείναμε απομονωμένοι για 14 μέρες, υποθέτοντας ότι ο μπαμπάς μου είχε τον ιό. Η μαμά μου εργαζόταν από το σπίτι, παλεύοντας με την τεχνολογία, μεταφέροντας φαγητό στον μπαμπά μου και απαντώντας ακόμα και 50 κλήσεις την ημέρα.

Μετά από πολλαπλές απόπειρες να εξεταστεί ο μπαμπάς μου, καταφέραμε εντέλει να φτάσουμε σε ένα drive – through την ενδέκατη μέρα της ασθένειάς του, όταν είχε ήδη αναρρώσει. Το τεστ ήταν αρνητικό, πιθανότατα επειδή καθυστέρησε πολύ να το κάνει.

Μετά, αρρώστησε η μαμά μου. Την πρώτη εβδομάδα έχασε την όσφρησή της και είχε έναν ήπιο πυρετό. Όμως τη δεύτερη εβδομάδα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Απέκτησε έντονη δύσπνοια και δεν μπορούσε να σταματήσει να βήχει. Τη δέκατη μέρα της ασθένειάς της, εισήχθη σε θάλαμο ασθενών κοροναϊού. Ευτυχώς, έγινε καλύτερα και επέστρεψε στο σπίτι, όμως εξακολουθώ να ανησυχώ για το ενδεχόμενο να μπορούν να κολλήσουν τον ιό και δεύτερη φορά.

Αυτή η εμπειρία μου δίδαξε τη σημασία του χρόνου και την ανικανότητά μας να προβλέψουμε το μέλλον. Αυτή την εβδομάδα θα ξεκινούσα τις τελικές εξετάσεις μου, οι οποίες τώρα μοιάζουν ασήμαντες μπροστά στο τι περνούν οι άνθρωποι γύρω μου.

Πριν την πανδημία, αντιμετώπιζα το χρόνο με την οικογένειά μου και τους αγαπημένους μου ως δεδομένο. Τώρα όμως έχω μάθει να λατρεύω κάθε μία από αυτές τις ανεκτίμητες στιγμές. Όταν αρρώστησαν οι γονείς μου άρχισα να αμφισβητώ το ότι η ζωή μας θα επιστρέψει ποτέ στην κανονικότητα ή ακόμη και το αν θα μπορούσα ποτέ να ξαναμιλήσω μαζί τους.

Μετά από όλα αυτά, είμαι απίστευτα ευγνώμων για το χειροκρότημα της Πέμπτης για την εκπληκτική αφοσίωση των εργαζόμενων στην πρώτη γραμμή – τόσο εκείνων που δουλεύουν στην υγεία, όσο και των διανομέων, του προσωπικού στα σούπερ μάρκετ, των δασκάλων σε σχολεία και παιδικούς σταθμούς και των εργαζόμενων στους οίκους ευγηρίας.

Σε όλο τον πλανήτη, έχουμε υποστεί τόσο πολύ θάνατο, πόνο ψυχής και απογοήτευση τις τελευταίες εβδομάδες, ενώ πολλοί άνθρωποι βιώνουν ανείπωτη μοναξιά. Σκεφτόμαστε όλοι μας τους αμέτρητους τρόπους με τους οποίους ο ιός έχει επηρεάσει τη ζωή μας, όμως έχουμεε και τόσα πολλά να γιορτάσουμε – όπως τον τρόπο που οι κοινότητές μας ενώθηκαν για να προσφέρουν αγάπη, φροντίδα και αλληλεγγύη. Ελπίζω ότι αυτό μπορεί να μας προσφέρει λίγο φως σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς».

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr