Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε σχέση με το χειρισμό της πανδημίας, η κυβέρνηση πήρε επιλογές με το κριτήριο να έχει το μικρότερο δυνατό κοινωνικό κόστος και να αποφύγει οτιδήποτε θα διαμόρφωνε συνθήκες μιας ευρύτερης κοινωνικής κρίσης. Αυτό αφορούσε και τον ίδιο τον πολιτικό σχεδιασμό και την επικοινωνιακή του διάσταση.

Αυτό φάνηκε και στον τρόπο που επέλεξε να πάρει συγκεκριμένα μέτρα. Ουσιαστικά, πήρε την επιλογή να προχωρήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα σε περιοριστικά μέτρα, πολύ πριν η πανδημία εκδηλώσει μια ανάλογη δυναμική. Σε αυτό εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι μέτρησε και η εκτίμηση ότι το ελληνικό σύστημα υγείας, παρά την εξαιρετική κατάρτιση και αφοσίωση του ιατρικού και νοσηλευτικού δυναμικού δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει μια απότομη κλιμάκωση των κρουσμάτων με δεδομένες τις πραγματικές ελλείψεις του σε προσωπικό και εξοπλισμό.

Παίρνοντας τα μέτρα σε πιο πρώιμες φάσεις της διασποράς του ιού στην κοινότητα, επενδύοντας σε μια προσπάθεια η κοινωνία να αγκαλιάσει τα μέτρα και να μην τα δει ως παράλογες απαγορεύσεις και αντιμετωπίζοντας έγκαιρα ζητήματα όπως η προσαρμογή και της Εκκλησίας, κατάφερε να έχει μια πολύ χαμηλή καμπύλη ως προς τα κρούσματα και τα θύματα και να αποφύγει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, ανακοινώνοντας σχετικά έγκαιρα τα μέτρα στήριξης των πληττόμενων κλάδων αλλά και των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και ελεύθερων επαγγελματιών μπόρεσε να δώσει ένα σχετικό αίσθημα ασφάλειας στον πληθυσμό.

Η σημασία της παρουσίας Τσιόδρα και Χαρδαλιά

Βοήθησαν σε αυτό δύο ακόμη καθοριστικοί παράγοντες. Από τη μια η προσωπικότητα του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα. Ο ήρεμος, ψύχραιμος αλλά και με ευαισθησία τρόπος που χειρίζεται τη καθημερινή ενημέρωση, μαζί με την προσπάθειά του διαρκώς να εκλαϊκεύει τα επιστημονικά δεδομένα, προσέδωσαν στην όλη προσπάθειά ένα συνδυασμό κύρους και ανθρωπιάς που βοήθησε στο να έχει μια ιδιαίτερη απήχηση. Από την άλλη, το γεγονός ότι ο αρμόδιος υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας Νίκος Χαρδαλιάς μπόρεσε να χειριστεί με ιδιαίτερα ψύχραιμο τρόπο καταστήσεις όπως η επιβολή τοπικών καραντινών σε περιοχές με έξαρση κρουσμάτων, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ικανότητα στο να συντονίζει τοπικές αρχές αλλά και εκπροσώπους της κοινωνίας, επίσης συνέβαλε στην αίσθηση ότι η κυβέρνηση διατηρεί τον έλεγχο. Ούτε είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επέλεξε να κάνει λίγες και στοχευμένες παρεμβάσεις, δίνοντας την αίσθηση ότι και αυτός κατεξοχήν ακολουθεί τις υποδείξεις των ειδικών.

Αντίθετα, στο μόνο θέμα που προωθήθηκε μέσα από πιο «παραδοσιακές» διαδικασίες αναζήτησης λύσης, το αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς το καλύτερο, όπως επιβεβαιώθηκε από την ανακοίνωση ότι αποσύρεται το πρόγραμμα των voucher ύστερα από το θόρυβο που προκλήθηκε και για το περιεχόμενο της «κατάρτισης» και για τις διασυνδέσεις ορισμένων εμπλεκόμενων εταιρειών.

Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα

Όμως, με τη σταδιακή επανεκκίνηση αρχίζουν και τα μεγάλα και ανοιχτά προβλήματα για την κυβέρνηση. Το πρώτο «ρήγμα» υπήρξε με την υπόθεση των voucher, τους πρόχειρους χειρισμούς, την απόσυρση του προγράμματος και την πολιτική αναταραχή που προκάλεσε στο κυβερνητικό σχήμα.

Ομως, θα υπάρχουν και άλλες προκλήσεις:

Από τη μια, πρέπει να υπολογίσει και να σταθμίσει πολύ προσεκτικά τους ρυθμούς της επανεκκίνησης για να αποφύγει τον κίνδυνο απότομων νέων ξεσπασμάτων. Σε αυτό συντείνουν όλες οι αναφορές για πολύ προσεκτική και αργή σταδιακά άρση περιορισμών. Από την άλλη γνωρίζει ότι επειδή στην Ελλάδα υπήρξε μικρή διασπορά του ιού, χάρη στα μέτρα, τυχόν «νέο κύμα» θα είναι και πάλι μια πραγματική δοκιμασία, εξ ου και η αναζήτηση τρόπων για καλύτερη προετοιμασία του συστήματος υγείας αλλά για προετοιμασία για μαζικότερους ελέγχους και καλύτερη επιτήρηση.

Όμως, οι πιο μεγάλες δυσκολίες αφορούν το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ έκανε σαφές ότι η Ελλάδα είναι από τις ευάλωτες χώρες στην Ευρωζώνη στις επιπτώσεις της παγκόσμιας ύφεσης, με την πρόβλεψη να μιλάει για συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας κατά -10% και για αύξηση της ανεργίας στο 22,3%.

Ας μην ξεχνάμε ότι και οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ είχαν υπογραμμίσει ότι εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της ιδιαίτερης βαρύτητας που έχει ο τουρισμός, η πίεση από την παγκόσμια οικονομική κρίση θα είναι ακόμη πιο μεγάλη.

Την ίδια στιγμή έχουν φανεί όλες οι δυσκολίες μέχρι τώρα να υπάρξει μια αποφασιστική συμβολή από τη μεριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν των μέτρων που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup και των πρωτοβουλιών της Κριστίν Λαγκάρντ στην ΕΚΤ, εξαιτίας της απροθυμίας των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά να δείξουν πιο αποφασιστική αλληλεγγύη

Όμως, στην Ελλάδα δεν μετράει απλώς το μέγεθος της ύφεσης. Η ελληνική οικονομία (αλλά και η ελληνική κοινωνία) βγαίνουν μέσα από μια ιδιαίτερα τραυματική δεκαετία που σημαδεύτηκε από τα μνημόνια και μια χωρίς προηγούμενο συρρίκνωση. Η ανεργία παραμένει υψηλή και κρίσιμοι κλάδοι δεν είχαν μπορέσει να ανασυγκροτηθούν. Αυτό γεννά τον κίνδυνο για μια νέα βαθιά ύφεση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η «πεπατημένη» δεν επαρκεί

Απέναντι σε αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να κινηθεί με βάση πεπατημένες. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια εξαγγελιών τύπου «επιτελικού κράτους», που ακόμη εξειδικεύονται. Ούτε η δυνατότητα διαρκούς εναλλαγής θεσμικών σχημάτων όπως έγινε στην περίπτωση του προσφυγικού. Και φυσικά δεν χωρούν εδώ περιθώρια να αντιμετωπιστούν οι χρηματοδοτήσεις με τη λογική της οικονομικής επιδότησης «φιλικών» επιχειρηματιών.

Αυτό που χρειάζεται είναι ένα πραγματικό σχέδιο. Που να ξεφεύγει από οικονομικές «ορθοδοξίες» που αυτή τη στιγμή εγκαταλείπονται σε όλο τον κόσμο. Που να δίνει αναγκαστικά έναν κεντρικό ρόλο στο κράτος όχι μόνο για την αντιμετώπιση των άμεσων επιπτώσεων της κρίσης αλλά και για την ανασυγκρότηση κλάδων της οικονομίας. Που να κινητοποιεί τις δυνάμεις της οικονομίας σε ένα αναπτυξιακό σχέδιο που να κοιτάζει πραγματικά την επόμενη μέρα. Που να μην ξεχνά ότι την χώρα την κράτησαν όρθια οι δυνάμεις της εργασίας, που συχνά τα προηγούμενα χρόνια αντιμετωπίστηκαν σχεδόν ως αναλώσιμο υλικό.

Όλα αυτά επίσης απαιτούν και μια διαφορετική ειλικρίνεια. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα αναφέρεται στην καθημερινή ενημέρωση από Τσιόδρα και Χαρδαλιά. Σκεφτείτε πόσο διαφορετική είναι από τη «θεατρικότητα» των συνηθισμένων επισκέψεων υπουργών σε πρωινές ενημερωτικές εκπομπές.

Η ελληνική κοινωνία δεν αναζητά αυταπάτες ούτε απλώς καθησυχαστικά λόγια. Έχει επίγνωση του μεγέθους της κρίσης και ότι έρχονται πραγματικές δυσκολίες. Αυτό που ζητά από την κυβέρνηση αλλά και συνολικά από τον πολιτικό κόσμο είναι η αναγκαία σοβαρότητα, επιμονή στην αλήθεια και την τεκμηρίωση και διατύπωση βημάτων που να παραπέμπουν σε ένα σχέδιο. Διαφορετικά, στην υγειονομική και την οικονομική κρίση, θα προστεθεί και μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, μια πολιτική κρίση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο