Είναι πολύ νωρίς για εικασίες. Με την βεβαιότητα που μας δίνει η ιστορία, έπειτα από κάθε πανδημία μπορούμε να γνωρίζουμε ότι οι κοινωνίες αλλάζουν. Η ισπανική γρίπη ακολουθήθηκε από φασιστικά καθεστώτα, ας πούμε. Και καθώς η έλλειψη της ψυχραιμίας είναι μάλλον το κύριο χαρακτηριστικό μας, καλό θα ήταν να τις αποφύγουμε τις προβλέψεις. Τώρα επείγει κάτι πιο σπουδαίο. Να παραμείνουμε ζωντανοί, όσο το δυνατόν περισσότεροι.

Οι εποχές των κρίσεων έχουν την πολύ κακή συνήθεια να βγάζουν στην επιφάνεια τα χειρότερα χρώματα της κοινωνίας. Κι όταν ανακοινώθηκε η απειλή της πανδημίας, γίναμε κοράκια. Αδειάσαμε τα φαρμακεία από φάρμακα για χρόνιες παθήσεις. Τα σούπερ μάρκετ.

Αρνηθήκαμε να μείνουμε σπίτι. Κι αν οι θεωρίες συνομωσίας ή οι εικασίες για το μέλλον έχουν πάντοτε ένα ενδιαφέρον, το παρόν είναι -κατά απόλυτη κυριολεξία- νοσηρό. Για την ώρα δεν έχει τίποτε άλλο σημασία.

Αλλά δεν μπορεί να μου διαφύγει μία πολύ πικρή διαπίστωση: Καμία κοινωνική αλληλεγγύη δεν λειτούργησε ούτε κι αυτήν την φορά. Είναι ο αντανακλαστικός φόβος του θανάτου που μας κάνει να μην θέλουμε να τον κοιτάζουμε στα μάτια, μα αυτό δεν είναι δικαιολογία. Κάποιοι από εμάς κινδυνεύουν περισσότερο. Κι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος να μείνουμε σπίτι. Για όλους.

Ανήκω στις ευπαθείς ομάδες και ξέρω πως αν αρρωστήσω από τον κοροναϊό, πιθανότατα θα πεθάνω. Καθώς η καραντίνα είναι κάτι το σύνηθες σε ανθρώπους αυτής της κατηγορίας, δε μας έχει κάνει εντύπωση, ίσως ούτε μεγάλη διαφορά. Και, δυστυχώς, εντύπωση δεν κάνει καμία το γεγονός της απαξίωσής μας. Δε σας έχουν ζητήσει να μείνετε σπίτι, υμών των υγειών, επειδή κινδυνεύετε να αποχαιρετήσετε τον κόσμο τούτο.

Σας το ζητούν για να μην πεθάνουμε όσοι έχουμε ήδη αναμετρηθεί στα μαρμαρένια αλώνια.

Η ώρα της… αφύπνισης

Όταν πρόκειται για ζητήματα ζωής ή θανάτου, ως φαίνεται, βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Θυμάμαι πάντοτε με θυμό τον τρόπο που οι πολλοί και υγιείς απαξίωσαν το δημόσιο νοσοκομείο. Οι γιατροί κι οι νοσηλευτές που τώρα χειροκροτούνται στα μπαλκόνια, δεν αποκαλούνταν πάντα ήρωες.

Ήταν «κακοί», «ανεπαρκείς», «άχρηστοι». Και το νοσοκομείο ήταν»απαράδεκτο». Κι όμως, τώρα που μας ενώνει ένας κοινός φόβος και μία παρόμοια πιθανότητα της μοίρας, βλέπουμε αυτό που πάντα υπήρχε: Το δημόσιο νοσοκομείο είναι εξαιρετικό. Όχι γιατί είναι επαρκές, δεν είναι. Αλλά γιατί δίνει πάντοτε, πάντοτε σώμα και ψυχή για όλους.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο μετράμε ελλείψεις, ελλείψεις που τώρα είναι πολύ σοβαρές. Η πανδημία βρήκε το δημόσιο σύστημα Υγείας σε διαδικασία σταδιακής αποδόμησης, με σκοπό την, επίσης σταδιακή, ιδιωτικοποίησή του.

 

 

 

Οι γιατροί μας και οι νοσηλευτές, μεταφέρουν εικόνες τραγικές. Χωρίς μάσκες, χωρίς γάντια, απλήρωτοι, άυπνοι και λίγοι. Ούτε δύο χιλιάδες, ούτε τέσσερις χιλιάδες προσλήψεις αρκούν για να καλύψουν τα κενά των κλινικών. Δεν αρκούν καν για τις ανάγκες της Αθήνας.

Το δώρο του Πάσχα, δηλαδή ο μίσος μισθός, δεν αντισταθμίζει σε καμία περίπτωση τις απλήρωτες υπερωρίες των προηγούμενων μηνών. Και τώρα, με τίς εξαγγελίες για τραγικές μειώσεις στους μισθούς, οι ήρωες της δημόσιας Υγείας, που εκτίθεται στον ιό περισσότερο από όλους μας, μάλλον «ριγμένοι» βγαίνουν.

Κανένας εθελοντής, όπως ζήτησε ο Υπουργός Υγείας, δεν φτάνει για να καλύψει τις ελλείψεις. Και καμία καραντίνα, αν και απολύτως απαραίτητη, δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί ο ιός.

Κοινωνικός όλεθρος

Οι φτωχοί πείστηκαν το καλοκαίρι, πριν από τις εκλογές, ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη, για να διαπιστώσουν τώρα ότι είναι πολύ φτωχοί, ώστε να πληρώσουν ιδιώτες για το τέστ του κορωνοϊού. Κι αυτή είναι μία πραγματικότητα που έχουμε ήδη δει να συμβαίνει, εν μέρει, στην Ιταλία. Στην Ιταλία το σύστημα Υγείας είναι εν πολλοίς ιδιωτικοποιημενο. Στην αρχή της πανδημίας, πριν αρχίσουν να μη φτάνουν τα φέρετρα για τους νεκρούς, δεν είχαν όλοι εύκολη πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: Τα νοσοκομεία μας δεν έχουν τεστ και εμείς δεν μπορούμε να πληρώσουμε ιδιώτες.

Ωστόσο, μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Να προσέχουμε. Να μείνουμε σπίτι. Να το κάνουμε για αυτούς που κινδυνεύουν περισσότερο. Να αντέξουμε. Να μην ξεχνάμε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, τα ΑμεΑ, τούς ηλικιωμένους, τους ευπαθείς.

Να μην αδειάζουμε τα φαρμακεία. Ξέρετε τι πήγατε και αγοράσατε; Το πλακενίλ είναι ένα φάρμακο για το ερυθηματώδη Λύκο, που στις παρενέργειες συμπεριλαμβάνει τύφλωση. Η κορτιζόνη θέλει συγκεκριμένη δοσολογία και σταδιακή διακοπή, γιατί το αντίθετο μπορεί να προκαλέσει ακόμα και θάνατο. Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως το πλακενίλ, είναι τοξικές βόμβες.

Τα παίρνουμε για να αποδυναμώσουμε το ανοσοποιητικό μας, επειδή αυτό προσπαθεί να μας σκοτώσει. Είναι εγκληματικό να βρίσκονται σε έλλειψη φάρμακα που μας κρατάνε ζωντανούς, επειδή ο πανικός άδειασε τα φαρμακεία.

 

 

Και είναι ήδη δύσκολη η κατάσταση από μόνη της. Είμαστε ακόμα στην πολύ, πολύ αρχή. Είναι, κατά δυναμική κυριολεξία, ζήτημα ζωής και θανάτου. Το δημόσιο νοσοκομείο σηκώνει τεράστιο βάρος. Το μόνο που έχει απομείνει στα χέρια μας ως δική μας τεράστια ευθύνη, είναι η συνέπεια προς την καραντίνα και η αλληλεγγύη προς τους άλλους.

Μα, ίσως, πιο πολύ, να μην συνηθίσουμε στον φόβο. Γιατί κάποτε όλα αυτά θα τελειώσουν και τότε θα πρέπει να μας βρει η ιστορία έτοιμους να την αντιμετωπίσουμε.

Γράψτε το σχόλιο σας