Παρότι δικαιολογήθηκε στη βάση των άμεσων και όχι συνολικών αρμοδιοτήτων που είχε η συγκεκριμένη διεθνής σύνοδος, εντούτοις είναι σαφές ότι ο αποκλεισμός της Ελλάδας από τη Σύνοδο του Βερολίνου για την κατάπαυση του πυρός και την επανεκκίνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας στη Λιβύη αποτέλεσε μια σημαντική πρόκληση της γερμανικής πλευράς απέναντι στην Ελλάδα.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο εάν αναλογιστούμε ότι η ελληνική πλευρά με τον πιο επίσημο τρόπο είχε κάνει σαφές ότι επιθυμεί να έχει παρουσία, όπως είχε σε προηγούμενες ανάλογες, και ότι δικαιούνται να έχει αυτή την παρουσία στη βάση των άμεσων επιπτώσεων για την Ελλάδα της τρέχουσας επιδείνωσης της κατάστασης στη Λιβύη.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει ούτως ή άλλως θαλάσσια σύνορα με τη Λιβύη και ένα ιστορικό σχέσεων με την περιοχή, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων πρωτοβουλιών σε προηγούμενες δεκαετίες. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση έθετε το εύλογο ερώτημα ότι ο ένας από τους δύο πόλους της εμφύλιας σύγκρουσης, η κυβέρνηση της Τρίπολης, μόλις είχε υπογράψει, με μια χώρα που είχε προσκληθεί στη Σύνοδο και έχει άμεση εμπλοκή στη σύρραξη, ένα μνημόνιο συνεργασίας που ακύρωνε κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας και οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία θα έπρεπε να περιλαμβάνει και την ακύρωση αυτού του μνημονίου, ιδίως από τη στιγμή όπου η άλλη πλευρά της σύγκρουσης, το λιβυκό κοινοβούλιο και ο στρατηγός Χαφτάρ, είχαν δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζουν αυτό το μνημόνιο.

Και προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης: σε μια ειρηνευτική διαδικασία μιας σπαρασσόμενης χώρας η σαφής δήλωση ότι πράξεις ή συμφωνίες που μπορεί να έκανε κάποια από τις δύο πλευρές και οι οποίες διαταράσσουν τις διεθνείς σχέσεις της, θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και αυτονόητο τμήμα των γενικών προϋποθέσεων μιας συμπεφωνημένης διαδικασίας ειρήνευσης.

 

Γιατί η Γερμανία προσπέρασε την Ελλάδα

Το ζήτημα αυτό έχει να κάνει με την ιδιαίτερη ακολουθία της λιβυκής κρίσης και τις προσπάθειες να υπάρξει μια ειρηνευτική διαδικασία, όπως αυτές κατέληξαν στη σύνοδο του Βερολίνου.

Παρότι αρχικά εκτιμήθηκε ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στις κινητοποιήσεις κατά του Καντάφι και τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς, σε μια περίοδο που συνέπιπτε με αυτό που έως και απλουστευτικά ονομάστηκε «Αραβική Άνοιξη», θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δημοκρατική διέξοδο, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η χώρα βυθίστηκε σε μια χαοτική κατάσταση που έφερε στο προσκήνιο όλες τις βαθιές διαιρέσεις που τη διαπερνούσαν, την ώρα που σταδιακά βγήκαν στο προσκήνιο και άλλοι παράγοντες όπως το Ισλαμικό Κράτος. Αυτό οδηγούσε σε αλλεπάλληλες προσπάθειες να σταματήσουν οι εμφύλιες συρράξεις και να υπάρξει πολιτική λύση, που όμως αποτύγχαναν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ενεργό ρόλο στο χειρισμό της λιβυκής κρίσης και μάλιστα οι ευρωπαϊκές χώρες υποστήριξαν ένθερμα τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς. Όμως, έδειξε σε διάφορες στιγμές ότι αδυνατούσε και να διαμορφώσει όρους για μια πολιτική λύση.

Ακόμη χειρότερα, η Λιβύη έγινε πεδίο ενός ιδιότυπου (και σε ορισμένες όψεις του νεοαποικιοκρατικού) ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Η Ιταλία χώρα με αποικιακό παρελθόν στην Λιβύη διεκδίκησε σημαντικό μέρος της λιβυκής παραγωγής πετρελαίου μέσα από την εταιρεία Eni, που εκτός όλων των άλλων έχει και σημαντικό μερίδιο στον αγωγό Greenstream που εξάγει φυσικό αέριο από τη δυτική Λιβύη στη Σικελία. Ανταγωνιστής της Eni η γαλλική Total που πρόσφατα εξασφάλισε μερίδιο σε ένα κοίτασμα πετρελαίου κοντά στη Σύρτη.

Ταυτόχρονα, η Ιταλία προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι οι πολιτοφυλακές που στηρίζουν τον Σάρατζ θα παρεμποδίζουν πρόσφυγες και μετανάστες να κάνουν το πέρασμα από τη Λιβύη στην Ιταλία. Από τη μεριά της η Γαλλία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα στο να λειτουργήσει η Λιβύη ως φραγμός στη μετακίνηση ένοπλων ισλαμιστών, κάτι που είναι και πλευρά της συνεργασίας που έχει με την πλευρά του Χαφτάρ.

Την ίδια ώρα γύρω από το λιβυκό εμφύλιο άρχισε να υπάρχει μια συσσώρευση τοπικών δυνάμεων που ούτως ή άλλως ήταν σε σύγκρουση. Αυτό εξηγεί τη συμπόρευση της Τουρκίας και του Κατάρ με την πλευρά Σάρατζ και της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Αιγύπτου με την πλευρά του Χαφτάρ. Η κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων και οι επιθετικές κινήσεις του Χαφτάρ έφεραν τη μεγαλύτερη εμπλοκή της Τουρκίας (και μισθοφόρων από τη Συρία) και εμμέσως της Ρωσίας (με την εμπλοκή ρωσικής μισθοφορικής εταιρείας).

Ο κίνδυνος να υπάρξει μεγάλη κλιμάκωση και κυρίως πόλεμος για την κατάκτηση της Τρίπολης, σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο θεωρήθηκε όντως από τη «διεθνή κοινότητα» απειλή. Όμως, οι ΗΠΑ δεν έδειξαν κάποια επιθυμία να εμπλακούν. Η προσπάθεια της Ρωσίας στην όποια συνεννόηση με τη Τουρκία (καθώς στηρίζουν αντίπαλες πλευρές) για ειρήνευση προσέκρουσε σε πραγματικά όρια που αφορούν και την ίδια τη δυναμική της σύγκρουσης και το γεγονός ότι διάφορες από τις εμπλεκόμενες «τρίτες» χώρες τροφοδοτούσαν την αντιπαράθεση.

Αυτό άφηνε ένα περιθώριο στο Βερολίνο να βγει μπροστά. Με μια έννοια η Γερμανία, που δεν είχε άμεση εμπλοκή φάνταζε ως η χώρα που θα μπορούσε να ρίξει το βάρος υπέρ της ειρήνευσης, απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ και έχοντας την ανοχή της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι η γερμανική κυβέρνηση ήθελε να δείξει ότι μπορεί να έχει αποτελεσματική παρέμβαση σε μια διεθνή κρίση, κάτι που θα στήριζε εκτός όλων των άλλων και το κύρος της υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που άλλωστε είχε διακηρύξει την επιθυμία να έχει αυξημένο «γεωπολιτικό ρόλο».

Όμως, για να το πετύχει αυτό η γερμανική πλευρά είναι σαφές ότι θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει την αποφυγή οποιουδήποτε «κωλύματος» ή «προσκόμματος» στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών ενστάσεων για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, κάτι που μπορεί να εξηγήσει και τον τουλάχιστον άκομψο αποκλεισμό της ελληνικής συμμετοχής, αποκλεισμό που είναι προφανές ότι στηρίχτηκε στην εκτίμηση ότι η ελληνική παρουσία θα δημιουργούσε προβλήματα στην όποια συμφωνία, όπως και στη παράλληλη εκτίμηση ότι η Ελλάδα, που απλώς «ανακλαστικά» στράφηκε πρόσφατα στην αναβάθμιση των σχέσεων με την πλευρά Χαφτάρ, δεν θα μπορούσε να συνεισφέρει στην πίεση προς επίλυση της κρίσης.

 

Τα ελλείμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Όμως, αυτή η αντιμετώπιση της χώρας αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά την ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στις δυσκολίες της μεταμνημονιακής συγκυρίας και το νέο κύκλο επιθετικότητας της Τουρκίας οδήγησε σε μια αντίληψη ότι το βασικό που χρειαζόμαστε είναι να οικοδομήσουμε ή να ενταχθούμε σε άξονες με ανταγωνιστικά προς την Τουρκία συμφέροντα, κυρίως μέσα από τη συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και να διεκδικήσουμε να είναι η Ελλάδα η προνομιακή σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή.

Αυτό συνδυάστηκε, με μια σχετική υποχώρηση της προσπάθειας για αναβαθμισμένες σχέσεις με τη Ρωσία, παρότι οι εξελίξεις την έφεραν να μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Τουρκία, με αποκορύφωμα την ελληνορωσική διπλωματική κρίση του 2018 και με μια θεώρηση ότι στο ευρωπαϊκό επίπεδο κυρίως μας ενδιαφέρουν χώρες που μπορούν να έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα με την Τουρκία, όπως ήταν η Γαλλία.

Παράλληλα, Αθήνα και Λευκωσία θεώρησαν ότι η ανάθεση συμβολαίων εκμετάλλευσης οικοπέδων της ΑΟΖ σε αμερικανικές, γαλλικές και ιταλικές εταιρείες θα οδηγούσε και σε διπλωματική στήριξη των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Σε όλα αυτά προστέθηκε και ένα πάγιο πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας, ήταν η αντίληψη ότι εφόσον είμαστε χώρα της ΕΕ τα προβλήματά μας είναι και αυτομάτως ευρωπαϊκά και άρα θα έχουμε αλληλεγγύη.

Την ίδια στιγμή η συγκυρία των μνημονίων και το είδος της οικονομικής και σε τελική ανάλυση πολιτικής επιτήρησης στην οποία τέθηκε η Ελλάδα, είναι προφανές ότι αποτελούσε το ακριβώς αντίθετο μιας ελληνικής «προβολής ισχύος».

Όλα αυτά διαμόρφωναν στην πραγματικότητα μια συνθήκη όπου δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι η Ελλάδα θα είχε μια αυτόματη υποστήριξη των θέσεών της, πέραν γενικών καταγγελιών των «παράνομων ενεργειών».

Ακόμη περισσότερο, διαμόρφωναν την διάχυτη αίσθηση ότι η Ελλάδα απλώς διαμαρτύρεται για ό,τι κατά περίπτωση θεωρεί παραβίαση των δικαιωμάτων της, χωρίς να κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί με τα ζητήματα στο σύνολό της, ή να πρωτοστατεί στη διεθνή σκηνή για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.

Είναι η εικόνα ότι η Ελλάδα «θυμήθηκε» τη λιβυκή κρίση επειδή βρέθηκε αντιμέτωπη με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και όχι επειδή ούτως ή άλλως είναι μια ανοιχτή πληγή στην περιοχή.

Το να λαμβάνονταν πραγματικά υπόψη οι ελληνικές θέσεις πέραν μιας συνολικότερης εικόνας ανασυγκρότησης της χώρας θα απαιτούσε και μια εξωτερική πολιτική που να μην περιορίζεται σε «άξονες» αλλά να έχει ευρύτερες συνεργασίας αλλά και να μπορεί να υποστηρίζει μια συνολικότερη στρατηγική για την ειρηνική συνύπαρξη στην ευρύτερη περιοχή, πέρα της απλής υπόμνησης των ελληνικών αιτημάτων. Σε μια τέτοια περίπτωση δύσκολα θα μπορούσε η Ελλάδα να αποκλειστεί.

Γράψτε το σχόλιο σας