Βασική προϋπόθεση για εθνικές επιτυχίες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής είναι η συνέχεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση. Από τα τέλη του 2008, όταν άρχισαν να επιδεινώνονται οι σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας, και μετά ενισχύεται σταθερά το λεγόμενο «δημοκρατικό μπλοκ» στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο συμμετέχει επίσης η Κύπρος.

Ολες οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αγκαλιάσει την εν λόγω συνεργασία. Οι πρωθυπουργοί Γιώργος Παπανδρέου, Αντώνης Σαμαράς, Λουκάς Παπαδήμος, Αλέξης Τσίπρας και σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνωρίζουν τη σημασία της και την έχουν καλλιεργήσει ή την καλλιεργούν στην πράξη. Η συμφωνία για την κατασκευή του αγωγού EastMed επιβεβαιώνει τα γερά θεμέλια μιας φιλίας που σφυρηλατείται για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Η εν λόγω συμφωνία δεν σηματοδοτεί αυτόματα την υλοποίηση του έργου. Εχουμε δει και στο παρελθόν ότι μεγαλεπήβολα σχέδια έχουν μείνει στα χαρτιά. Αν όμως υπάρχει ένας λόγος αισιοδοξίας, αυτός σχετίζεται με την ουσιαστική στήριξη που ίσως προσφέρει η Ουάσιγκτον στο δημοκρατικό μπλοκ. Ο νόμος για την εταιρική σχέση για την ασφάλεια και την ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο, που υπεγράφη πριν από λίγες μέρες από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο.

Δεν είναι ώρα για πανηγυρισμούς. Είναι ώρα έξυπνων χειρισμών, που ίσως ωθήσουν μεγάλες εταιρείες, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να επενδύσουν στον EastMed.  Το δίλημμα είναι σαφές: περιφερειακή ασφάλεια ή χαμηλότερο κόστος με την προτίμηση άλλων ριψοκίνδυνων σχεδίων.

Η Ελλάδα, όμως, χρειάζεται να γίνει περισσότερο δημιουργική στις προτάσεις της έναντι τόσο του Ισραήλ όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ελληνοκεντρική θεώρηση των πραγμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια αξίζει να συνδυαστεί με μια περισσότερο περιεκτική αντίληψη περί απειλών και με πρωτοβουλίες σε περιοχές όπου η χώρα είναι απούσα, για παράδειγμα στο σύνολο της Μεσογείου και όχι μόνο σε τμήμα αυτής.

Γράψτε το σχόλιο σας