Η κλασσική διατύπωση, που αναπτύσσει την θέση της του εαυτού γνώσεως, καθώς και της άλλης πλευράς και η οποία προβάλλει ως όρος εθνικής επιβίωσης και πορείας των κρατών στις δαιδαλώδεις διαδρομές της διεθνούς πολιτικής, εκδηλώνεται και σήμερα περισσότερο από ποτέ ως ενεργός επίκαιρη, παραπέμπουσα στην δύσκολη και ιστορικά βεβαρημένη σύγχρονη διαδρομή των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Επιβάλλεται, κατά τα ανωτέρω, η γνώση της αντίπαλης πλευράς στην ιστορική της διάσταση, όπως και στην αντίληψη των ευρύτερων δυνατοτήτων της περί επιβολής στρατηγικής στον χώρο και στο χρόνο. Το γεγονός αυτό, λαμβανομένων υπ’ όψιν των πρόσφατων εξελίξεων στην περιοχή,  δημιουργεί την υποχρέωση στην Αθήνα να κατέχει μια βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση της τουρκικής κρατικής συγκρότησης, κοινωνικής και πολιτικής διάρθρωσης, καθώς και της πολιτιστικής της διαδρομής, όπερ και διαχέεται ως ταυτότητα στις δομές της άλλης πλευράς εν τω συνόλω της.

Ανατρέχοντας στο πλαίσιο της ιστορικής διαδρομής του τουρκικού πολιτικού συστήματος, οφείλει εν προκειμένω κάνεις να υπογραμμίσει  την συνέπεια και συνέχεια που διακρίνει την επιθετική, αναθεωρητική και καταπιεστική ως προς τις εσωτερικές δομές της Άγκυρας πολιτική, όπως εκδηλώνεται ως μεταοθωμανική, ιστορική κατά ταύτα διαδρομή που εξικνείται μέχρι των ημερών μας.

Το τουρκικό κράτος, που αποτελεί δημιούργημα του Κεμάλ Ατατούρκ και που στόχευε στον δυτικό εκσυγχρονισμό, ο οποίος εν τέλει περιορίστηκε σε επιφανειακής έκφανσης φαινόμενα, όπως το λατινικό αλφάβητο και η δυτική ενδυμασία, δεν κατάφερε ποτέ να υιοθετήσει βασικά δομικά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, όπως είναι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθέριες.

Η Τουρκία γεννήθηκε και οικοδομήθηκε ως προϊόν πολυεπίπεδης στρατιωτικής και πολιτικής βίας, που επεβλήθη στις εθνότητες και τους πληθυσμούς εν γένει, που ήσαν για αιώνες εγκατεστημένοι στον χώρο, ακολουθώντας με συνέπεια μια μεταοθωμανική, νεοτουρκική πολιτική επιβολής στην περιοχή. Η ως άνω αφετηριακή δομή συνδέεται άρρηκτα με την σημερινή διάρθρωση του τουρκικού κράτους, στον βαθμό που η μετάβαση στην δημοκρατία ουδέποτε επετεύχθη, αντιθέτως παρέμεινε ως διακηρυκτικό κενό διαφόρων πολιτικών ηγεσιών στην ιστορική διαδρομή της Τουρκίας.

Δεν ήταν ποτέ δημοκρατία

Δεν κατάφερε ποτέ η Τουρκία να γίνει δημοκρατία, διότι όπως προσφυώς ελέχθη σε μια αντίστοιχη περίπτωση, εάν η χώρα προχωρούσε σε μια διαδρομή αληθούς δημοκρατικής διάρθρωσης, θα διαλυόταν. Αυτό παραπέμπει στην πολυεθνική της δομή, την οποία ο τουρκισμός, ούτε να αναγνωρίσει μπορούσε, ούτε να αναδείξει επιθυμούσε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η εξόντωση των Αρμενίων, η οποία συνιστά και την πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα, αλλά και εκείνη του ποντιακού ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Το ανωτέρω πλαίσιο πολιτικής, δηλαδή πραγμάτωσης μιας δημοκρατικής συνθήκης, που κατά ταύτα εφαρμοζόμενη θα οδηγήσει την χώρα σε διάλυση, συνιστά έναν διαρκή και αμετάθετο  φόβο όλων των τουρκικών ηγεσιών.

Όταν η κεμαλική πρωτοβουλία υλοποίησης ενός πολιτεύματος δυτικού τύπου προχώρησε σε μια σχετικά ελεύθερη δημοκρατική διεργασία στην δεκαετία του 1960, ο φόβος της διάλυσης της χώρας έφερε το στράτευμα κατ’ επανάληψη πραξικοπηματικά στην εξουσία, εμφανιζόμενο ως ο θεματοφύλακας της ενότητας του κράτους και του τουρκικού έθνους. Αυτή η περίοδος αποτελεί και την κατά Φρανζ Ρονενμπέργκερ, δημοκρατική όαση του τουρκικού πολιτικού συστήματος, που διήρκησε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία. Έκτοτε, η Τουρκία διοικείται, είτε από το στράτευμα, είτε από κεμαλικές και μετακεμαλικές αυταρχικές δομές, της σύγχρονης πολιτικής της ηγεσίας μη εξαιρουμένης.

Η καταγραφείσα τουρκική πολιτική κουλτούρα αδυναμίας εκδημοκρατισμού, ικανή να διαγνωσθεί παλαιόθεν ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού από τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, παραπέμπει στην μετά βεβαιότατος αντίληψη μιας ανυπάρκτου ικανότητας ευρωπαϊκού προσανατολισμού της γείτονος.

Αυτή η διάσταση πολιτικής, συνυφαινόμενη με την στρατηγική μιας, λόγω και έργω, τουρκικής επεκτατικότητας εις βάρος Ελλάδος και Κύπρου, που διατρέχει τις αφετηριακές δομές της Άγκυρας εκ της δεκαετίας του 1950 και εντεύθεν, επιβάλει σε Αθήνα και Λευκωσία την από κοινού εκπόνηση και συγκρότηση εκείνου του αναγκαίου εθνικού σχεδιασμού στρατηγικής, που θα επέτρεπε την αξιόπιστη, δηλαδή αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός επερχόμενου και εκδηλούμενου εις βάρος του ελληνισμού επεκτατικού φαινομένου.

Η τουρκική πολιτική στόχευση παραπέμπει σε δυο τινά. Αφενός, στην δημιουργία εκείνων των πολιτικών και ευρύτερων συνθηκών που θα «επέτρεπαν» στον τουρκικό παράγοντα να δρα ως κυρίαρχος του χώρου ανεμπόδιστα, άνευ δηλαδή ισχυρής εν προκειμένω αντίστασης από τις εθνικές δυνάμεις της περιοχής. Αφετέρου, στην εν τέλει ανάδειξη και εμπέδωση του πολιτικού φαινομένου μιας τουρκικής επικυριαρχίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, την Μέση Ανατολή και όχι μόνο.

Πώς θα τους αντιμετωπίσουμε

Η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να αντιμετωπίσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό δια της κύριας ικανότητας που έχουν τα κράτη να αντιμετωπίζουν παρομοίου τύπου επιθετικές εκδηλώσεις πολιτικής, που παραπέμπει στην συγκρότηση και προβολή δομών ισχύος, στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής τοιούτης, που καθιστούν την απειλούμενη εν προκειμένω κρατική οντότητα ικανή, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την επιτιθέμενη δύναμη, αλλά και να αποτρέψει ταυτοχρόνως την σύγκρουση.

Τούτο γιατί η σύγκρουση συνιστά φαινόμενο επερχόμενο εκεί όπου εκδηλώνονται συνθήκες συνιστώσες κενά ισχύος. Βασικότερο στοιχείο της κατά τα ανωτέρω αποτρεπτικής στρατηγικής οφείλει να είναι η αποφασιστικότητα που εκδηλώνει η ηγεσία, η οποία υποχρεούται να εκδηλώνεται τόσο αξιόπιστη, όσο και άμεση, καθώς και εκπέμπουσα το καθολικό μήνυμα μιας εν εγρηγόρσει ευρισκομένης εθνικής συναίνεσης.

Επανερχόμενοι, εν κατακλείδι στη αρχική αναφορά που άπτεται της αναγκαιότητας γνώσης της άλλης πλευράς, υπογραμμίζουμε το γεγονός πως η σημερινή Τουρκία είναι μία δύναμη με ισχυρές εσωτερικές αδυναμίες, ικανές να προκαλέσουν καίριο πλήγμα στην πορεία της. Η οικονομία της χώρας συνιστά στην πραγματικότητα ένα αποδυναμωμένο δομικό στοιχείο του κράτους, ενώ η τεχνηέντως διαμορφωθείσα εθνική συγκρότηση της χώρας με το κουρδικό στοιχείο ευρισκόμενο σε διαρκή εξέγερση και το ακραίο Ισλάμ να είναι παρόν και δυνάμει ευρισκόμενο σε αναταραχή, συνιστούν παράγοντες που παραπέμπουν σε πολλαπλή αχίλλειο πτέρνα του τουρκικού πολιτικού συστήματος και τους οποίους οφείλει η Ελλάδα να ενσωματώσει στην στρατηγική της απέναντι στην Άγκυρα.

Αντιθέτως, η διάχυτη ψευδαίσθηση παραπέμπουσα σε αντιλήψεις εμφιλοχωρούσες, σε μέρος του ελληνικού πολιτικού προσωπικού, ότι θα μπορούσε η Τουρκία να πεισθεί σε μια διαδρομή κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου και η Ελλάδα θα διασφάλιζε τις προβλεπόμενες από το διεθνές δίκαιο διατάξεις πολιτικής, εκ των δεδομένων, αλλά και βάσει του ιστορικού πλαισίου, τόσο του τουρκικού πολιτικού συστήματος, όσο και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά και εκ της φύσεως του Διεθνούς Δικαστηρίου, τελούν πέραν πάσης ρεαλιστικής εκτίμησης της πραγματικότητας.

O Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής – Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr