Ο Κωνσταντίνος Τασούλας, πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, στο πλαίσιο της χθεσινής πανηγυρικής εκδήλωσης για την έναρξη των εργασιών της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», ανέφερε τα εξής:

[…] Κλείνω θυμίζοντας τι είπε ο Περικλής στον Επιτάφιό του. Ό,τι λέμε κι εμείς εδώ σήμερα: «Άρξομαι από των προγόνων πρώτον», οι οποίοι παρέδωσαν την χώραν ελευθέραν.

Ξεκίνησε από τους προγόνους, όπως κι εμείς ξεκινάμε από το ’21.

Και μετά απ’ αυτήν την αρχή ο Περικλής φιλοτέχνησε όλη τη δόξα, όλα τα επιτεύγματα της αθηναϊκής δημοκρατίας λέγοντας: «Έχομεν πολιτεία ου ζηλούση, διαφερόντως έχομεν, διαφέρομεν».

Άλλοι το διαφερόντως έχομεν το μεταφράζουν διαφέρουμε, άλλοι, και το προτιμώ, το μεταφράζουν υπερέχουμε. Σαν δείγμα σεβασμού προς τους προγόνους, μίλησε για την υπεροχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, που οι ίδιοι οικοδόμησαν. Έτσι κι εμείς σήμερα, εδώ, αναλαμβάνουμε αυτή τη μεγάλη αποστολή […]

 

Αξιοσέβαστε κύριε πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων, αμέσως μετά την αρχική πρόταση του κεφαλαίου 37 του Επιταφίου, τμήμα της οποίας μνημονεύσατε παραφρασμένο στην ομιλία σας (Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους, δηλαδή Το πολίτευμα που έχομε σε τίποτε δεν αντιγράφει τα ξένα πολιτεύματα. Αντίθετα, είμαστε πολύ περισσότερο εμείς παράδειγμα για τους άλλους παρά μιμητές τους), ο Περικλής αναφέρεται στις θεμελιώδεις αρχές, στα πρωταρχικής σημασίας γνωρίσματα μιας δημοκρατικής πολιτείας:

Το πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, επειδή την εξουσία δεν την ασκούν λίγοι πολίτες, αλλά όλος ο λαός. Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στον νόμο για τις ιδιωτικές τους διαφορές. Για τα δημόσια αξιώματα προτιμώνται εκείνοι που είναι ικανοί και τα αξίζουν και όχι εκείνοι που ανήκουν σε μια ορισμένη τάξη. Κανείς, αν τύχει και δεν έχει κοινωνική θέση ή αν είναι φτωχός, δεν εμποδίζεται γι’ αυτό να υπηρετήσει την πολιτεία, αν έχει κάτι άξιο να προσφέρει. Στη δημόσια ζωή μας είμαστε ελεύθεροι, αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις δεν υποβλέπομε ο ένας τον άλλο, δεν θυμώνομε με τον γείτονά μας αν διασκεδάζει και δεν του δείχνομε όψη πειραγμένου που, αν ίσως δεν τον βλάφτει, όμως τον στενοχωρεί. Αν, ωστόσο, η αυστηρότητα λείπει από την καθημερινή μας ζωή, στα δημόσια πράγματα, από εσωτερικό σεβασμό, δεν παρανομούμε. Σεβόμαστε τους άρχοντες, πειθαρχούμε στους νόμους, και, μάλιστα, σε όσους έχουν γίνει για να προστατεύουν τους αδυνάτους και όσους που, αν και άγραφοι, είναι ντροπή να τους παραβαίνει κανείς (μετάφραση Άγγελος Σ. Βλάχος).

Πιστεύετε άραγε ειλικρινώς, αξιότιμε κύριε πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων, ότι όσα περιγράφονται από τον κορυφαίο πολιτικό και πνευματικό ηγέτη των Αθηναίων του 5ου αιώνα π.Χ. προσιδιάζουν στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία;

Πιστεύετε ότι έχει καταφέρει να κατακτήσει η κοινωνία μας την ουσιαστική και όχι κατ’ όνομα ισονομία και αξιοκρατία, τη μετρημένη ελευθερία στις σχέσεις πολιτών και πολιτείας, την υπακοή στους άρχοντες και στους νόμους, την έλλειψη καχυποψίας και την εσωτερική αξιοπρέπεια από πλευράς των μελών της;

Πιστεύετε ότι τα κυρίαρχα στη σημερινή ελληνική κοινωνία ήθη επιτρέπουν στα άξια τέκνα της πατρίδας μας να διακριθούν και να μεγαλουργήσουν εντός συνόρων, όπως συμβαίνει πλειστάκις στο εξωτερικό;

Πιστεύετε, τέλος, ότι είναι εφικτό στο ορατό μέλλον να αρχίσουμε, ως πολιτική ενότητα και ως χώρα, να διαφέρουμε, πολλώ δε μάλλον να υπερέχουμε, από τη στιγμή κατά την οποία οι ταγοί του έθνους μας αδυνατούν να εμπνεύσουν και να καθοδηγήσουν, να ορίσουν με τρόπο ξεκάθαρο και πειστικό το πού πρέπει να πάμε και το πώς θα καταφέρουμε να φθάσουμε ως εκεί;