Τα οικονομικά δεδομένα που ισχύουν αυτή την στιγμή στην παγκόσμια οικονομία, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, καθώς μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχει μία πρόσκαιρη βελτίωση κάποιων μακροοικονομικών δεικτών, όσον αφορά την απασχόληση σε μεγάλες δυτικές χώρες ή στην επιχειρηματική εμπιστοσύνη, εν γένει όμως, κυριαρχεί μία επιβράδυνση της παγκόσμιας τάσης του ΑΕΠ και της ανάπτυξης, εν μέσω μάλιστα πολλών συγκρούσεων εμπόλεμων ή μη, σχεδόν σε όλες τις ηπείρους του κόσμου.

Αντίστοιχα και για την Ελλάδα, οι προκλήσεις είναι πολλές, καθώς η χώρα αγωνίζεται μέσα από έναν φιλόδοξο δημοσιονομικό προϋπολογισμό, αφενός να πετύχει τα πλεονάσματα στα οποία έχει δεσμευθεί προς τους δανειστές και από την άλλη να προωθήσει μέτρα προσέλκυσης επενδύσεων, με στόχο μεγαλύτερη ανάπτυξη και ενίσχυση των εσόδων.

Στα πλαίσια λοιπών είτε των εθνικών, είτε των παγκόσμιων προκλήσεων και ανησυχιών, είδαμε τα τελευταία χρόνια την νομισματική πολιτική, κυρίως μέσα από την ΕΚΤ, να πρωταγωνιστεί και να ενισχύει προγράμματα αγοράς ομολόγων και ποσοτικής χαλάρωσης, με στόχο να ενισχύσει την ρευστότητα τόσο των κρατών μελών, όσο και των επιχειρήσεων που έχουν σημαντικές χρηματοδοτικές ανάγκες.

Παρόλα αυτά, αν αναλύσει κανείς τα δεδομένα και τις επιθετικές αγορές χρέους από πλευράς ΕΚΤ αλλά και άλλων κεντρικών τραπεζών και το συνδυάσει με τις πολιτικές ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, θα διαπιστώσει ότι η οικονομική κρίση όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά η παγκόσμια κοινότητα απειλείται με μία νέα πιθανότατα χειρότερη κρίση, που θα δημιουργήσει τεράστιες περιφερειακές συγκρούσεις με ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί ο σκόπελος και η απειλή μίας νέας οικονομικής δίνης, είτε μιλούμε για την Ελλάδα, την ΕΕ ή την παγκόσμια οικονομία, είναι το σωστό μείγμα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής και μάλιστα με ένα τρόπο συντονισμένο μεταξύ των μεγάλων χωρών και ενώσεων κρατών, ώστε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά το διεθνές εμπόριο, να χρηματοδοτηθούν εσωτερικά ανά χώρα νέες επενδύσεις, οι οποίες με την απαραίτητη μόχλευση θα λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά στην οικονομία.

Από μόνη της πλέον η νομισματική πολιτική, είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες καταναλωτικές αλλά και επιχειρηματικές ανάγκες, με αποτέλεσμα η διαρκής μεταφορά κεφαλαίων και η αλόγιστη κερδοσκοπία μέσω των επιτοκίων και του arbitrage, να επιτείνει τις οικονομικές ανισότητες και τελικά να πετυχαίνει μία εκ νέου αμφισβήτηση του καπιταλισμού και της σύγκλισης των οικονομιών αντί να επιλύει το πρόβλημα.

Είναι λοιπόν καιρός, οι ασκούντες οικονομική πολιτική, σε επίπεδο ΕΕ, ΗΠΑ αλλά και μέσω του G7, να κατανοήσουν, ότι απαιτείται χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, μέσα από τα σύμφωνα σταθερότητας που ισχύουν, ώστε να λειτουργήσουν αποτρεπτικά της ύφεσης τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και να ενισχυθούν οι τιμές και ο πληθωρισμός και κατ’επέκταση οι ονομαστικοί μισθοί, μέσω της αυξημένης ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών.

Εν κατακλείδι, οι εμμονές στους πλεονασματικούς κρατικούς προϋπολογισμούς καθώς και στο πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, μακροχρόνια δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από αυτά που δύνανται τελικά να επιλύσουν.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός