Είναι πρόωρο, ίσως, να σχολιάζει κανείς τα νέα μέτρα της κυβέρνησης για το Προσφυγικό και το Μεταναστευτικό πριν αυτά αποτυπωθούν νομοθετικά, ωστόσο και οι ίδιες οι ανακοινώσεις χωρούν ορισμένες επισημάνσεις.

Κατ’ αρχάς έχουν νόημα μερικές διευκρινίσεις. Οι έννοιες του πρόσφυγα και του μετανάστη δεν είναι εναλλάξιμες με πολιτικούς όρους, αφού έχουν κρίσιμες νομικές διαφορές. Πρόσφυγας είναι αυτός που λαμβάνει πολιτικό άσυλο. Εως ότου το αίτημά του τελεσιδικήσει, το επίσημο status του είναι αυτό του αιτούντος ασύλου. Το ποιος είναι πρόσφυγας κρίνεται από τις αρμόδιες Αρχές, όπως αυτές ορίζονται από τη νομοθεσία, σε απολύτως ατομική βάση. Δεν ισχύει πουθενά η αντίληψη ότι πρόσφυγας είναι όποιος έρχεται μόνο από εμπόλεμη ζώνη.

Ο πρόσφυγας μπορεί να μην μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του επειδή εκεί διώκεται χωρίς ελπίδα να έχει δίκαιη δίκη, επειδή είναι θύμα βίας και σοβαρών διακρίσεων λόγω της θρησκείας του, της εθνικότητάς του, της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει, των πολιτικών του απόψεων, της σεξουαλικής του ταυτότητας κ.ά. Αυτά τα πράγματα είναι λυμένα διεθνώς εδώ και δεκαετίες.

Η κυβέρνηση έκανε λόγο για ένα πρόβλημα που δεν είναι πια προσφυγικό αλλά μεταναστευτικό, βάσει στατιστικών με βάση τη χώρα προσέλευσης. Η ίδια κυβέρνηση επιβεβαιώνει πόσο αργούν οι διαδικασίες ασύλου, άρα μιλάμε για στατιστικές στη βάση του προφίλ των αφίξεων. Ταυτόχρονα μάθαμε ότι θα προβλέπεται «ένταξη στο σύστημα ασύλου μόνο όσων αιτούντων έχουν προσφυγικό προφίλ».

Εδώ όμως υπάρχει ένα θέμα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα της αίτησης ασύλου στη βάση αυτή λέγεται «racial profiling» και καταδικάζεται από διεθνείς φορείς στους οποίους μετέχουμε, όπως, π.χ., το Συμβούλιο της Ευρώπης. Παρομοίως, η έννοια της «ευαλωτότητας» δεν είναι αόριστη. Ούτε το «μετατραυματικό στρες», που ακούσαμε ότι είναι «αόριστο» και θα απαλειφθεί ως όρος ευαλωτότητας. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό διαγεγνωσμένο σύνδρομο.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ιστορία μάς έχει δείξει πως όταν οι κυβερνήσεις νομοθετούν στο μέσο μιας έκτακτης κατάστασης αρκετά μπορούν να πάνε στραβά. Τυχόν εκπτώσεις σε ζητήματα δικαίου θα μπορούσαν να φέρουν τη χώρα στη δύσκολη θέση της διεθνούς κριτικής ή ακόμα και ενώπιον του ΕΔΔΑ. Η παρατήρηση αυτή δεν προκύπτει άλλωστε από άρνηση του μεγέθους του προβλήματος. Αντιθέτως, την υπογραμμίζει.

Γράψτε το σχόλιο σας