Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Βερολίνο είχε όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα μιας Realpolitik, που στην ίδια πόλη έφτασε στο απόγειό της στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά, προσοχή: αυτό, μόνον γιατί το ήθελαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η ουσία της ελληνικής εκδοχής της Realpolitik συνοψίζεται στη φράση του «Πρώτα θα κερδίσουμε την αξιοπιστία ως μεταρρυθμιστική κυβέρνηση και την κατάλληλη στιγμή θα συζητηθεί το χρέος».

Ο πέμπτος έλληνας πρωθυπουργός που επισκέπτεται επίσημα την καγκελάριο Μέρκελ στα χρόνια της πτώχευσης δεν ζητάει από τους Γερμανούς να αλλάξουν κάτι. Λέει ότι εκείνος θα αλλάξει κάτι στην Ελλάδα. Και ότι σε δύο χρόνια θα έχει δείξει τι μπορεί να κάνει και τότε θα τους ζητήσει να αλλάξουν και εκείνοι κάτι, αναφερόμενος στα πλεονάσματα και στο χρέος. Το μόνο που ζητάει τώρα είναι να συνδράμει η γερμανική κυβέρνηση σε προγράμματα έλευσης επενδύσεων στην Ελλάδα από τη Γερμανία, ιδίως στην πράσινη ενέργεια. Αυτό είναι το νέο πλαίσιο που έθεσε με τα καλά γερμανικά του και την εμφανή άνεση του ανθρώπου που νιώθει μεγαλύτερη συνολική εξοικείωση από τους προκατόχους του με το γερμανικό περιβάλλον.

Φυσικά, η Μέρκελ δεν εξεπλάγη. Ηξερε λεπτομερώς τι θα ακούσει πριν το ακούσει: αυτό είναι πάγιο ουσιώδες τμήμα της προετοιμασίας των επισκέψεων.

Και ασφαλώς της ήταν ευχάριστο να βλέπει τον τελευταίο έλληνα πρωθυπουργό της εποχής της να προσέρχεται αντιστρέφοντας την πολικότητα της εποχής της πτώχευσης: να μη ζητάει αλλαγές, αλλά να λέει ότι θα τις κάνει ο ίδιος. Ομως, κάτι σε όλα αυτά, πρέπει να την εξέπληξε: εδώ και πολύ καιρό, ούτε η Μέρκελ, ούτε κάποιος άλλος στη Γερμανία ή στις Βρυξέλλες θέτει ζήτημα «αξιοπιστίας» για την ελληνική πλευρά. Από την ώρα που ο Τσίπρας παρέδωσε γην και ύδωρ και υπέγραψε και εφάρμοσε τυφλά ό,τι του ζήτησαν, ζήτημα «αξιοπιστίας» δεν ανέκυψε έκτοτε ξανά.

Οι Γερμανοί θεωρούν από πολύ καιρό δεδομένη την ελληνική «αξιοπιστία», που είναι ο ανώδυνος τρόπος για να αναφερθεί κανείς σε μία πολύ επώδυνη, αδιέξοδη πραγματικότητα. Ζήτημα αξιοπιστίας δεν τίθεται. Αρα, γιατί το ανέβασε εκ νέου ο Πρωθυπουργός; Προφανώς, αυτός είναι ένας τρόπος για να φύγει εξ αρχής η συζήτηση από αυτά που δεν μπορεί να κάνει και δεν πρόκειται να πάρει.

Ουσιαστικά, είναι μία «πονηρή» ντρίμπλα. Αλλά ντρίμπλα. Στο επόμενο δε σκέλος, εκείνο των επενδύσεων, ο Μητσοτάκης ασφαλώς γνωρίζει δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι τις μείζονες στρατηγικές επενδύσεις που ήθελαν να κάνουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα τις έχουν ήδη κάνει, όπως λ.χ. με τα αεροδρόμια.

Και, δεύτερον, ότι με εν ισχύι τους όρους που επιβάλλουν οι δεσμεύσεις του διεθνούς οικονομικού ελέγχου, ειδικά στο φορολογικό πλαίσιο μα και στο χρέος, άλλες επενδύσεις που δεν εξαρτώνται από «ειδικούς» παράγοντες όπως τη θέση της η Ελλάδα θα δυσκολευτεί πολύ να δει. Αυτές δεν «αργούν» επειδή οι προηγούμενοι είχαν (που ασφαλώς είχαν) τα τραγικά τους χάλια όσο δεν πήγαινε άλλο. «Αργούν» επειδή ουδείς τρελός επενδύει σε τέτοιο καθεστώς χωρίς ειδικό λόγο.

Είτε του το πει (που δεν θα του το πει) μία απερχόμενη καγκελάριος είτε όχι. Γι’ αυτό και όλα τα παραπάνω, στην πραγματικότητα, δεν είναι Realpolitik. Πρέπει να θέλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις…

Γράψτε το σχόλιο σας