«Το ξέρω πως είμαι γελοίος, το είχα καταλάβει από τότε που ήμουν πέντε χρονών. Αλλά αυτός είμαι».

Η ατάκα είναι από την ταινία «Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Κι αν την έκλεβε κανείς από τα χείλη του βιομηχάνου Πρίμο Σπατζάρι που υποδύθηκε ο Ούγκο Τονιάτσι, θα την τοποθετούσε σε εκείνα του Ματέο Σαλβίνι που υποδύεται τον εαυτό του. Και η δική του, τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου είναι. Ο Σαλβίνι είναι ο άνθρωπος που προκάλεσε πολιτική κρίση στη χώρα του για να καταλάβει την πρωθυπουργία. Και τώρα κινδυνεύει να μείνει εκτός κυβέρνησης.

Η περίπτωση (και η γελοιότητα) θα ήταν πολύ ιταλική εάν όλα αυτά συνέβαιναν πριν από τριάντα χρόνια, ας πούμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 που γυρίστηκε και η ταινία του Μπερτολούτσι. Αυτή όμως δεν είναι η εποχή της λιρέτας. Ο βιομήχανος Πρίμο Σπατζάρι σήμερα θα κατέβαλλε τα λύτρα που θα του ζητούσαν οι τρομοκράτες για να αφήσουν ελεύθερο τον γιο του σε ευρώ. Αλλά την ίδια ώρα ο πρωθυπουργός Σαλβίνι θα ήταν η μεγαλύτερη απειλή που θα είχε γνωρίσει ποτέ το κοινό νόμισμα στη σύντομη ιστορία του.

Το αντιλαμβάνεται κανείς από την υπερευαισθησία με την οποία αντιδρούν οι αγορές ακόμη και σε ελάσσονες πολιτικές αλλαγές. Η πολιτική παράγει χρηματοπιστωτικά αποτελέσματα όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Τα χρηματιστήρια ανεβοκατεβαίνουν με την ταχύτητα του ασανσέρ. Και στο σκαμπό του θαλάμου, απ’ όπου ο χειριστής πατάει το κουμπί της καθόδου, μπορεί να κάθονται, μπερτολουτσικά μιλώντας πάντα, γελοίοι άνθρωποι σαν τον Ματέο Σαλβίνι.

Δεν είναι κάτι που θα ευχόταν μια οικονομία η οποία προσπαθεί να ανασάνει όπως είναι η ελληνική. Αν υπάρχει ελληνικό σχέδιο οριστικής εξόδου από την κρίση, αυτό προϋποθέτει ένα είδος παγκόσμιας νηνεμίας. Τίποτε και κανένας δεν θα έπρεπε το επόμενο διάστημα να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία περισσότερο από όσο θα επέτρεπαν εκείνες οι μικρές αναταράξεις που αντέχει κανείς ακόμη και αν δεν βάλει τη ζώνη του. Και τίποτε δεν θα ήταν χειρότερο σε αυτή τη φάση από μια ελεύθερη πτώση είτε με το αεροπλάνο του Μπόρις Τζόνσον είτε με το ασανσέρ του Ματέο Σαλβίνι. Ο πάταγος θα ήταν πιθανότατα ο ίδιος.

Το συμπέρασμα είναι πως για να μη ζήσει ακόμη μια νέα τραγωδία η Ευρώπη και, μαζί με την Ευρώπη, μια πολύ ελληνική τραγωδία και η Ελλάδα, θα πρέπει να ζήσει την προσωπική του τραγωδία ο Σαλβίνι. Θα πρέπει το Κίνημα Πέντε Αστέρων, οι παλιοί αντισυστημικοί ριζοσπάστες που υπέστησαν μια συριζαϊκού τύπου μετάλλαξη στην εξουσία και έγιναν μετριοπαθείς, να συμφωνήσουν με το Δημοκρατικό Κόμμα – αυτό που κατ’ αντιστοιχία θα ήταν η Κεντροαριστερά της ευθύνης. Θα συμφωνήσουν;

Ή πολύ ιταλικά εκεί που φαίνεται πως δεν απομένουν παρά οι υπογραφές θα τιναχτούν τα πάντα στον αέρα για να μη ζήσει ο γελοίος άνθρωπος της ιστορίας μια τραγωδία αλλά έναν θρίαμβο;

Το ερώτημα δεν θα έχανε την ουσία του ακόμη και αν δεν έφτανε ο ιταλικός Τύπος να πιθανολογεί προ ημερών πως το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ιταλία την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό στην πολιτική της ιστορία ήταν πλέον ορατό. Η ιταλική ιστορία είναι γεμάτη από ανατροπές της τελευταίας στιγμής. Είναι γεμάτη από κυβερνήσεις που κατέρρευσαν τόσο εύκολα όσο στήθηκαν, από πρόσωπα που ανακυκλώνονταν στην πρωθυπουργία, από πολιτικές συμφωνίες που βούλιαξαν στους βάλτους της Αδριατικής, από διασπάσεις κομμάτων που γεννούσαν νέα κόμματα για να στηρίξουν, σαν μικρά ή μεγαλύτερα λιθαράκια, το οικοδόμημα ενός πολυκερματισμένου πολιτικού συστήματος.

Ολα αυτά σε ένα περιβάλλον με ιστορικό πολιτικής γελοιότητας που τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 και έως εκείνη την ημέρα του Νοεμβρίου του 2011 που σχεδόν τον απέπεμψε από τη θέση του πρωθυπουργού ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκφράστηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Εκείνος ο πρόεδρος ήταν ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, αυτός που καλείται σήμερα όχι μόνο να εγγυηθεί τη συνταγματική ομαλότητα αλλά και να γλιτώσει την Ιταλία από μια τραγωδία είναι ο Σέρτζιο Ματαρέλα. Ο Ματαρέλα δεν έχει το πολιτικό βάρος και το θεσμικό εκτόπισμα του Ναπολιτάνο. Εάν όμως πρέπει να σώσει κάποιος την Ιταλία, αυτός δεν είναι ο βασιλιάς που δεν έχει, αλλά ο πρόεδρος που πασχίζει κάθε φορά με ατελείωτες ψηφοφορίες να εκλέξει.

Η συγκυρία, αλλά και ο εκλογικός νόμος των πλούσιων μπόνους, θέλουν το ελληνικό πολιτικό περιβάλλον να μην έχει τέτοιες αγωνίες. Η κυβέρνηση της Αθήνας είναι σταθερή. Θα ήταν αδύνατον όμως να μην αισθάνεται τις δονήσεις από μια χώρα τόσο σεισμογενή όχι μόνο γεωλογικά αλλά και πολιτικά. Θα ήταν αδύνατον ακόμη και εάν συνέδεε τον έλληνα Πρωθυπουργό με τον ιταλό πολιτικό που φιλοδοξεί να γίνει πρωθυπουργός κάτι περισσότερο από μια φωτογραφία χωρίς τισέρτ στην παραλία.

Είναι μακριά τα Χανιά από τη Μιλάνο Μαρίτιμα όπου ο Σαλβίνι έκανε στις αρχές του μήνα ανάμεσα στους λουόμενους οπαδούς του ακόμη και τον ντιτζέι. Μητσοτάκης και Σαλβίνι ωστόσο συνδέονται και με μια εκλογική βάση της τάξης του 40%. Αυτό το 40% θέλει να μετατρέψει και ο Σαλβίνι σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αντίθετα από τον Μητσοτάκη, όμως, δεν ζητάει εκλογές για να νικήσει το τέρας του λαϊκισμού, αλλά για να το εγκαταστήσει στον θρόνο της Ρώμης στην πιο γελοία εκδοχή του. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι το γελοίο της ιστορίας.

Γράψτε το σχόλιό σας