Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ένδειξη κρίσης ενός οργανισμού από τη στιγμή που δεν μπορούν να λειτουργήσουν οι παραδοσιακές δικλείδες ασφαλείας που έχει απέναντι σε προβλήματα, ή οι παραδοσιακές τελετουργίες με τις οποίες καταλήγει σε μια απόφαση.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν δούμε τα όσα γίνονται στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής που ξεκίνησε στις 30 Ιουνίου και διακόπηκε την 1 Ιουλίου με την προοπτική να συνεχιστεί στις 2 Ιουλίου.

Και το λέμε αυτό γιατί υποτίθεται ότι παραδοσιακά υπάρχει μια χορογραφία σε τέτοιες ευρωπαϊκές διαδικασίες. Η πρώτη απόπειρα οφείλει να αποτύχει γιατί διαφορετικά μια πρόωρη απόφαση θα γεννήσει περισσότερες υποψίες από όσες πρέπει. Όμως κανονικά η δεύτερη πρέπει να οδηγήσει σε λύση ή εάν δεν οδηγήσει σε λύση να μην συνεχιστεί αλλά να αναβληθεί μέχρι μια επόμενη φορά όπου το πρόβλημα θα λυθεί πολύ πιο γρήγορα.

Άλλωστε, συνήθως τη δεύτερη φορά είναι ενεργοποιούνται και διάφοροι μηχανισμοί όπως είναι η κούραση και η αϋπνία που ιστορικά έχουν συνδεθεί με αυξημένη διάθεση των συμμετεχόντων ηγετών να αποδεχτούν τον όποιο συμβιβασμό. Ουκ ολίγες οι σημαντικές αποφάσεις της ΕΕ που ελήφθησαν με αυτόν τον τρόπο.

Μόνο που τώρα ο μηχανισμός αυτός δεν δείχνει να λειτουργεί και για πρώτη φορά η εξίσωση του προσδιορισμού των επικεφαλής των οργάνων της ΕΕ δείχνει τόσο δύσκολο να επιλυθεί.

Μια περίπλοκή εξίσωση εξαρχής

Αυτή τη φορά τα πράγματα δεν ήταν εξαρχής καθόλου εύκολα. Μπορεί στις ευρωεκλογές να μην είχε υπάρξει η εκρηκτική άνοδος της ακροδεξιάς που όλοι φοβούνταν, όμως η σχετική υποχώρηση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών σήμαινε ότι δεν είχαν πλέον την απόλυτη πλειοψηφία αθροιστικά, την ώρα που ενισχύθηκαν άλλες «πολιτικές οικογένειες» όπως οι φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι.

Επιπλέον, η δεύτερη εφαρμογή του θεσμού των spitzenkandidaten, δηλαδή των υποψηφίων για τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής από κάθε πολιτική οικογένεια συνέπεσε με μεγαλύτερη αμφισβήτηση του θεσμού από προηγουμένως, κυρίως διότι ο Εμανουέλ Μακρόν ποτέ δεν έκρυψε την αντιπάθειά του για αυτό τον θεσμό.

Τα πράγματα δεν έκανε πιο εύκολα η επιλογή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος να προτείνει για τη θέση του προέδρου ένα πρόσωπο σαν τον Μάνφρεντ Βεμπερ που μπορεί να είχε μεγάλη εμπειρία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ταυτόχρονα, όμως, δεν έπαυε να είναι ένας ακόμη γερμανός που διεκδικούσε την ηγεσία ενός ευρωπαϊκού θεσμού, προερχόμενος μάλιστα από την πιο συντηρητική πτέρυγα της CDU/CSU. Για την ακρίβεια αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμη βήμα σε μια προσπάθεια της Γερμανίας να αποκτήσει ακόμη πιο αναβαθμισμένη παρουσία στις κορυφαίους θεσμούς της ΕΕ, ιδίως εάν αναλογιστού πόσες θέσεις κλειδιά διαθέτει ήδη.

Και τα πράγματα κάνει ακόμη πιο περίπλοκα το γεγονός ότι δεν γίνεται διαπραγμάτευση μόνο για τη θέση του επικεφαλής της Επιτροπής αλλά για ένα σύνολο από κρίσιμες κορυφαίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή τη στιγμή εκτός από την πρόταση για τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής (που υπενθυμίζουμε ότι χρειάζεται να έχει την υποστήριξη του 55% των κρατών μελών που να εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού και μετά την απόλυτη πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), οι ηγέτες πρέπει να συμφωνήσουν πάνω στη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου (τη θέση που κατέχει ο Ντόναλντ Τουσκ αυτή τη στιγμή), τη θέση του Ύπατου Αρμοστή για ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων και ασφαλείας (και άρα τη διαδοχή της Μαργκερίτα Μοργκερίνι) και τη θέση του Προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου.

Χωριστή και η επίσης κρίσιμη διαπραγμάτευση για την επιλογή του διαδόχου του Μάριο Ντράγκι στη θέση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θέση που τη διεκδικούν οι Γερμανοί με βάση και την εναλλαγή εθνικής προέλευσης, που όμως συναντούν επιφυλάξεις όσων δεν θέλουν μια γερμανική εκδοχή λιτότητας, αλλά και οι Γάλλοι, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι αναζητούνται και «συνθετικές προτάσεις» όπως αυτή του Όλι Ρεν.

Οι διαιρέσεις της Ευρώπης στο προσκήνιο

Όμως, πέρα από τις αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές οικογένειες της Ευρώπης αυτή τη φορά ήρθαν στο προσκήνιο όλες οι διαιρέσεις που σήμερα αναδεικνύονται εντός της Ένωσης.

Η αντίθεση για παράδειγμα του Εμανουέλ Μακρόν στο πρόσωπο του Μάνφρεντ Βέμπερ δεν ήρθε μόνο ως αποτέλεσμα των παραδοσιακών ανταγωνισμών ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία για το ποια χώρα εκφράζει καλύτερα το ευρωπαϊκό πνεύμα.

Αποτυπώνει και το γεγονός ότι ο Γάλλος πρόεδρος είδε το προηγούμενο διάστημα οι προτάσεις του για εμβάθυνση της νομισματικής και οικονομικής ένωση να απορρίπτονται και από τη Γερμανία και από τη μεριά των χωρών της λεγόμενης «νέας Χανσεατικής Ένωσης» (στην οποία πρωταγωνιστεί η Ολλανδία άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά).

Αντίστοιχα, η επιμονή των λεγόμενων χωρών του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) να μην δέχονται τους συμβιβασμούς που προτείνουν οι χώρες του «ευρωπαϊκού πυρήνα», έρχεται ύστερα από μια σειρά από περιπτώσεις που αυτές οι χώρες επέμειναν σε διαφορετικές κατευθύνσεις ξεκινώντας από τον τρόπο που εξαρχής πίεσαν για πιο σκληρή αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική πολιτική.

Ειδικά μάλιστα χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία δεν έχασαν την ευκαιρία να επαναλάβουν την αντίθεσή του στο πώς η ΕΕ ορίζει το δημοκρατικό κεκτημένο όπως και στο γεγονός ότι βρίσκονται στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών για παραβίαση αρχών του κράτους δικαίου.

Από τη μεριά τους χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου όπως η Πορτογαλία ή η Ισπανία και ως ένα βαθμό η Ελλάδα (που σε λίγες μέρες βέβαια έχει εκλογές) επίσης βρήκαν ευκαιρία τουλάχιστον διακηρυκτικά να πιέσουν τα πράγματα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Στην πραγματικότητα, η σημερινή ΕΕ έχει τον μικρότερο βαθμό εσωτερικής συνοχής της ιστορίας της, το μικρότερο βαθμό συναίνεσης στο σύνολο των επιλογών του «ευρωπαϊκού πυρήνα» και τη μικρότερη αποδοχή της γερμανικής ηγεσίας ως αυτονόητης.

Ενδεικτική από αυτή την άποψη και η δύσκολη αριθμητική της σημερινής ΕΕ που αποτυπώνεται και στο ότι χρειάζεται πλειοψηφία τουλάχιστον τριών πολιτικών οικογενειών (εν προκειμένω το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, τους Σοσιαλιστές και τη νέα ομάδα από τους Φιλελευθέρους και τους ευρωβουλευτές του Μακρόν) για να υπάρξει πλειοψηφία στο Ευρωκοινοβούλιο, την ίδια ώρα που εντός του Συμβουλίου επίσης χρειάζεται ευρύτερη πλειοψηφία καθώς το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έχει 9 ηγέτες, 8 οι σοσιαλδημοκράτες και 7 οι φιλελεύθεροι – κεντρώοι.

Η κρίση ηγεσίας και προσανατολισμού της ΕΕ

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με τη συνολικότερη κρίση προσανατολισμού στην ΕΕ. Η ντε φάκτο γερμανική ηγεσία των τελευταίων ετών δεν μεταφράστηκε σε απαντήσεις ούτε για τα ζητήματα της κοινής οικονομικής πολιτικής πέραν της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της λιτότητας, ούτε για τον εκδημοκρατισμό της Ένωσης, την ίδια ώρα που άφησε χώρο στο σε δεξιές απόψεις που διεκδικούν περιορισμό των παρεμβάσεων ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και «επανεθνικοποίηση» πολιτικών.

Ούτε μπόρεσε να απαντήσει στο ποια είναι η θέση της Ένωσης τόσο ως προς το ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρει ο «ατλαντισμός» της (ενδεικτικά τα προβλήματα που φέρνει η υποχρεωτική συμπόρευση με τις ΗΠΑ στις αντιπαραθέσεις με τη Ρωσία, π.χ. σε ζητήματα ενεργειακής πολιτικής) όσο και σε σχέση με την απειλή ανοιχτών εμπορικών πολέμων.

Την ίδια στιγμή η προηγούμενη πενταετία αποδείχτηκε επί της ουσίας χαμένη ως προς την συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει και το βάθεμα και ο εκδημοκρατισμός της ενοποίησης, την ώρα που πλήθαιναν οι διάφορες παραλλαγές «ευρωσκεπτικισμού» και η ΕΕ αντιμετώπιζε την κρίση του Brexit.

Δεν είναι τυχαίο το πώς μέσα σε όλα αυτά πάει πίσω και η συζήτηση για τη διεύρυνση με τελευταία «θύματα» την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας που ενημερώθηκαν από την προηγούμενη σύνοδο ότι μάλλον θα πρέπει να «αναμένουν στο ακουστικό τους».

Το σταυρόλεξο των ονομάτων

Από τη στιγμή που έγινε εμφανές ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Μάνφρεντ Βέμπερ να γίνει αποδεκτός ξεκίνησε μια προσπάθεια να βρεθεί ένας συνδυασμός προτάσεων για την προεδρία της Επιτροπής, την προεδρία του Συμβουλίου και τη θέση του ύπατου Αρμοστή γι θέματα εξωτερικών, παράλληλα με τη διαπραγμάτευση για την ΕΚΤ.

Σε αυτό το πλαίσιο ήταν που διαμορφώθηκε η πρόταση που τελικά έκανε η ομάδα που βρέθηκε στην Οσάκα για τη συνάντηση κορυφής των G20, και κυρίως η καγκελάριος Μέρκελ, ο πρόεδρος Μακρόν και ο Ντόναλντ Τουσκ.

Κεντρικό σημείο η πρόταση να είναι τελικά ο σοσιαλιστής Φρανς Τίμερμανς ο πρόεδρος της Επιτροπής, έτσι ώστε να διασωθεί κάπως ο θεσμός των spitzekandidaten (ο κ. Τίμερμανς ήταν ο spitzenkandidat των Σοσιαλιστών), να εξασφαλιστεί μια ευρύτερη συναίνεση και να ξεμπλοκάρει η διαδικασία.

Η πρόταση αυτή συνδυαζόταν με την πρόταση που έκανε ως πακέτο συμβιβασμού ο κ. Τουσκ, ο κ. Βέμπερ να μοιραστεί τη θητεία του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου με τον κ. Φερχόφστατ, η κ. Γκεοργκίεβα, σημερινή διευθύνουσα σύμβουλος της Παγκόσμιας Τράπεζας να πάρει τη θέση της προέδρου του Συμβουλίου και η Μαργκρέτε Βεστάγκερ ή ο βέλγος Σαρλ Μισέλ να πάρει τη θέση του ύπατου αρμοστή για ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων και ασφάλειας.

Μόνο που φάνηκε αυτή η πρόταση δεν μπορούσε να περάσει τόσο εύκολα. Εντός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος υπήρξαν έντονες αντιρρήσεις για τον Τίμερμανς, ενώ αντίστοιχες αντιρρήσεις είχαν συνολικά οι χώρες του Βίζεγκραντ (αλλά και άλλες χώρες της «διεύρυνσης), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ξεμπλοκάρει η συζήτηση, ενώ επιμέρους αντιρρήσεις υπήρξαν και για τα άλλα πρόσωπα που περιλαμβάνονταν στην πρόταση Τουσκ.

Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου βέβαιο εάν θα μπορέσει στις 2 Ιουλίου να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να έχουμε τα πρόσωπα που θα αναλάβουν τις κορυφαίες θέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Και βέβαια μετά τα πρόσωπα θα ξεκινήσει και η ουσιαστική συζήτηση για τις πολιτικές, ξεκινώντας από το ανοιχτό ερώτημα για τον επόμενο προϋπολογισμό.

Γράψτε το σχόλιο σας