Η διαδρομή του Γιάννη Αντεντοκούνμπο ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια στα Σεπόλια. Εκεί ένας προπονητής που ασχολιόταν με παιδιά μεταναστών,  διέκρινε το ξεχωριστό του ταλέντο, πίστεψε στις δυνατότητές του και ανέδειξε έναν αθλητή που έμελλε, μετά από αρκετά χρόνια, να κάνει όλη την υφήλιο να παραμιλά για τα κατορθώματά του.

Στις αρχές Νοεμβρίου ο Σπύρος Βελλινιάτης είχε μιλήσει εκ βαθέων στο in.gr και είχε αναφερθεί μεταξύ άλλων στα πρώτα βήματα του Γιάννη Αντετοκούνμπο στην Ελλάδα, τότε που τον γνώρισε και δεν ήξερε καλά – καλά, όπως μας είπε,  να χτυπάει την μπάλα στο παρκέ.

Σε μία «εξομολόγηση» η οποία περιστράφηκε  γύρω από τη μεγάλη του αγάπη, το μπάσκετ, μας γύρισε πολλά χρόνια . Εκμυστηρεύτηκε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να ασχοληθεί με παιδιά μεταναστών, μας είπε πως τον αντιμετωπίζουν παλιοί του αθλητές και συμβούλεψε όλους τους νέους που θέλουν να μοιάσουν στα ινδάλματά τους. Διαβάστε ολόκληρη την «εξομολόγηση» του Σπύρου Βελλινιάτη.

Η ιστορία του

Αρκετός κόσμος έχει συνδέσει τον Σπύρο Βελλινιάτη με τον σούπερ σταρ Γιάννη Αντετοκούνμπο, καθώς ήταν αυτός που τον ανακάλυψε όταν δεν ήξερε να χτυπάει την μπάλα στο παρκέ, του έδωσε όραμα, τον έκανε να πιστέψει στον εαυτό του, βάζοντας έτσι τα θεμέλια για έναν παίχτη – κόσμημα που πρωταγωνιστεί τα τελευταία χρόνια στο NBA.

Η ιστορία του Σπύρου Βελλινιάτη ξεκινάει πολύ πριν ανακαλύψει τον Γιάννη με τα αδέλφια του, όταν κατάφερε να πείσει τους γονείς του να πάει στην Αμερική σε ηλικία μόλις 16 ετών, για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και να παίξει στο NBA. Συνεχίζεται όταν φεύγει από την Αμερική, γυρνάει στη Γερμανία για να εκπληρώσει την στρατιωτική του θητεία – καθώς προέρχεται από μεικτή οικογένεια με Έλληνα πατέρα και Γερμανίδα μητέρα – και επιστρέφει  στην Ελλάδα, όπου βάζει στα σκαριά το εγχείρημα να «μαζέψει » από το δρόμο παιδιά μεταναστών και να τους προσφέρει μία διέξοδο με τον αθλητισμό.

 

Από τα πρώτα λεπτά της συνομιλίας μας μπορούσες να διακρίνεις τον ενθουσιασμό, το μεράκι και την αγάπη γι΄ αυτό που  κάνει. Μιλάει με καμάρι για την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη του επιτυχία. Άλλωστε για τον ίδιο δεν είναι αυτοσκοπός ο πρωταθλητισμός.

«Είχα ξεκινήσει πριν χρόνια μία προσπάθεια δημιουργώντας μία ομάδα στην περιοχή της Κυψέλης, προσανατολιζόμενος κυρίως σε μετανάστες. Μετά από τρία χρόνια είχαμε αρκετές επιτυχίες, ορισμένα αγόρια έπαιξαν σε ομάδες παίδων και εφήβων, ενώ έξι κορίτσια κλήθηκαν από τις εθνικές ομάδες των χωρών τους», μας λέει με μία δόση νοσταλγίας καθώς  αυτή η ομάδα αποτελεί παρελθόν για τον ίδιο.

Τρία χρόνια γινόταν αυτό μας λέει προσθέτοντας ότι αποχώρησε από αυτό το εγχείρημα λόγω οικονομικών δυσκολιών. «Τώρα είμαι στο Ρουφ 80 όπου προσπαθώ να ξεκινήσω κάτι αντίστοιχο ως υπεύθυνος υποδομών».

Η αγάπη του για το μπάσκετ ξεκινάει από πολύ μικρή ηλικία αν και δεν ήταν πάντα η πρώτη προτεραιότητα, ένα κοινό σημείο – όπως παραδέχεται – που είχε με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο.

«Η πορεία μου είναι όμοια με του Γιάννη. Ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο αλλά στη γειτονιά μου δεν υπήρχαν οργανωμένες ομάδες ποδοσφαίρου. Πήγαινα σχολείο στο 47ο Γυμνάσιο Αθηνών στην πλατεία Αμερικής. Εκεί ήρθαν οι Θεόδωρος Κυπριώτης και ο Μίκης Αναγνωστόπουλος, οι οποίοι ήταν προπονητές σε τοπική ομάδα. Πλησίασαν τα παιδιά του σχολείου μου για να φτιάξουν την ομάδα μπάσκετ. Έτσι από ποδοσφαιριστής έγινα μπασκεμπολίστας» θυμάται.

Το γεγονός ότι δύο άνθρωποι πλησίασαν παιδιά στην εφηβεία προσπαθώντας να τα βγάλουν από τα αδιέξοδά τους και να τους βοηθήσουν να εξωτερικεύσουν τη δυναμική που είχαν λειτούργησε καταλυτικά για τον ίδιο ώστε να πάρει την απόφαση μερικά χρόνια αργότερα, να βάλει στα «σκαριά» ένα αντίστοιχο εγχείρημα, λίγο διαφορετικό και αρκετά δυσκολότερο.

Ήταν όμως μόνο αυτός ο λόγος, τον ρωτάμε. «Όταν ζούσα στη Γερμανία με πλησίαζαν σκάουτερ στο Βούπερταλ για να γίνω ποδοσφαιριστής. Από τότε αυτό καρφώθηκε στο μυαλό μου και χρόνια αργότερα είδα ότι δεν υπήρχε κάτι παρόμοιο στο μπάσκετ». Παιδί μεικτής οικογένειας και ο ίδιος, γνώρισε από πρώτο χέρι τις δυσκολίες του να ζεις σε μία χώρα που δεν σε θεωρούν «δικό» τους.

«Ξεκίνησα να «μαζεύω» παιδιά γιατί και μένα κάποιος άλλος ήρθε να με μαζέψει από τις αλάνες» λέει με περηφάνια.

Τα πρώτα του μπασκετικά βήματα και το ταξίδι στην Αμερική

Αφού εγκατέλειψε την πρώτη του αγάπη το ποδόσφαιρο, ξεκίνησε να ασχολείται με το μπάσκετ στην Α΄ γυμνασίου, σε ηλικία 13 ετών. «Μέτριος μαθητής αλλά φιλόδοξος αθλητικά. Όσο περνούσε ο καιρός έβλεπα ότι η εξέλιξή μου στην Ελλάδα δεν θα ήταν εύκολη. Ένα χρόνο αργότερα άρχισε να στροβιλίζεται στο μυαλό μου η ιδέα για το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική. Υπήρχε μία φίλη μου ελληνογερμανίδα στο Μιλγουόκι, η οποία είχε πάει ως μαθήτρια ανταλλαγών και είδα ότι υπήρχε ένας τρόπος να πάω εκεί και να ζήσω το όνειρό μου. Το μόνο δύσκολο ήταν να πείσω τους γονείς μου» μας λέει ο Σπύρος Βελλινιάτης και συνεχίζει:

«Έτσι και έγινε. Μετά από δύο χρόνια πήγα στη Φλόριντα ως μαθητής ανταλλαγών και με φιλοξένησε μία οικογένεια στη Φλόριντα από το Μιλγουόκι» από μία περιοχή δηλαδή στην οποία χρόνια αργότερα θα πρωταγωνιστούσε ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που ανέδειξε η Ελλάδα και ο ίδιος ο Σπύρος Βελλινιάτης.

Έπαιξε δύο χρόνια μπάσκετ στην πρώτη ομάδα του σχολείου, αλλά δεν πέτυχε τον στόχο του να πάει σε κολέγιο με υποτροφία και αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Γερμανία για την στρατιωτική του θητεία. «Στο Βούπερταλ έπαιξα στην τοπική ομάδα και οδήγησα το εφηβικό στην τετράδα της βορείου Γερμανίας».

Η γνωριμία με τον Θανάση

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Σπύρος Βελλινιάτης είδε για πρώτη φορά τον Θανάση Αντετοκούνμπο στα Σεπόλια. «Τον παρακολουθούσα δύο χρόνια για το πώς θα εξελιχθεί αθλητικά. Χωρίς να τον έχω δει να παίζει μπάσκετ, με προβλημάτισε το πώς αυτό το παιδί θα μπορούσε να απορροφηθεί στον αθλητισμό.  Έχοντας το ραντάρ μου, πάνω στον Θανάση βλέποντάς τον να παίζει στον Τρίτωνα Σεπολίων δίχως να έχει βγάλει δελτίο, παρουσιάστηκε η χρυσή ευκαιρία μετά από δύο χρόνια στον Φιλαθλητικό όπου ήμουν προπονητής».

Ο κ. Βελλινιάτης θυμάται όλα όσα του είπαν οι υπεύθυνοι της ομάδας. «Ήμουν μπροστά σε μία συζήτηση όπου παραπονιόντουσαν ότι δεν είχαν αρκετά ταλέντα στην ομάδα. Μου είπαν μεταξύ σοβαρού και αστείου να φέρω κανένα παιδί στην ομάδα». Χωρίς να το πολυσκεφτεί, άδραξε την ευκαιρία λέγοντας πως θα σας φέρω παιδιά αλλά θα είναι από… άλλη γειτονιά.

«Νόμιζα ότι έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου»

Έτσι λοιπόν, μην έχοντας ξεχάσει τον Θανάση, πήγε και πάλι στα Σεπόλια. «Βρέθηκα μπροστά στον Γιάννη, τον Κώστα και τον Αλέξη όπου έπαιζαν κυνηγητό. Εκεί νόμιζα ότι έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου» μας λέει γι’ αυτήν την πρώτη συνάντηση με τον Γιάννη.

Έχοντας παίξει ο ίδιος μπάσκετ στην Αμερική μαζί με αφροαμερικάνους, κατάλαβε – όπως μας λέει –  ποιους είχα μπροστά μου και άρχισα να βάζω το μυαλό μου να δουλεύει. «Στην Ελλάδα δεν υπήρχε κάποιος μηχανισμός αξιοποίησης ταλέντων. Έτσι προσπάθησα να σκεφτώ πως μπορώ να σώσω αυτά τα παιδιά βάσει όσων είχα δει στο εξωτερικό».

Ο Γιάννης δεν ήθελε να παίξει μπάσκετ

Συνεχίζοντας τη συζήτηση με τον Σπύρο Βελλινιάτη, μας μιλάει για το ξεκίνημα των αδελφών Αντετοκούνμπο, αλλά και την αρχική άρνηση του Γιάννη να ασχοληθεί με το μπάσκετ.

«Δεν είχε καμία εμπειρία στο μπάσκετ, αν και είχε προσπαθήσει ο Βασίλης ο Ξενάρης στον Τρίτωνα να τον εντάξει στην ομάδα αλλά ανεπιτυχώς διότι δεν είχε δείξει ενδιαφέρον. Το ίδιο και με τα άλλα αδέλφια. Η εισαγωγή τους στο μπάσκετ ήταν δύσκολη. Ο Γιάννης δεν ήθελε να παίξει μπάσκετ, το όνειρό του ήταν να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο όπως ο  πατέρας του που υπήρξε επαγγελματίας  ποδοσφαιριστής».

Η επόμενη ερώτηση έρχεται αβίαστα.  Πως τον πείσατε να ασχοληθεί με το μπάσκετ; «Του είπα ότι δοκιμάζοντας την τύχη του στο μπάσκετ θα μπορούσε να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι, ώστε να μην  χρειάζεται να το βρει αλλού. Έστω και δοκιμαστικά για 6 μήνες». Το «τρελό» σε αυτή την ιστορία δεν είναι η πρόταση προς τον Γιάννη, αλλά το γεγονός ότι ως προπονητής δεν τον είχε δει ποτέ μέχρι τότε να παίζει μπάσκετ.

«Ακόμη δεν τον είχα δει να παίζει μπάσκετ. Γνωρίζοντας την αγάπη του για το ποδόσφαιρο του έδειχνα τις αντίστοιχες ομάδες και προκειμένου να τον καθησυχάσω του έλεγα: Και αν δεν σου αρέσει το μπάσκετ σε πάω στο ποδόσφαιρο».

Αυτό ευτυχώς δεν χρειάστηκε καθώς άρχισε να καταλαβαίνει και ο ίδιος ότι μπορούσε να διαπρέψει στο άθλημα.

Αυτός ήταν ο πρώτος χρόνος της μπασκετικής του πορείας το 2008-9. Η συνέχεια έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. «Για να έρθει στον Φιλαθλητικό, έπεισα τους γονείς του ότι θα τους έβρισκα δουλειά. Ταυτόχρονα για να πείσω τον Φιλαθλητικό, μίλησα με τον Λουκά Καρακούση που ήταν έφορος στην ομάδα και ζήτησα  να πείσει τον Γιάννη Σμυρλή,  που ήταν ο γενικός αρχηγός του Φιλαθλητικού, να βρει δουλειά στην οικογένεια». Ένα ολόκληρο σχέδιο δηλαδή για να έρθει στην ομάδα ο Γιάννης.

Τελικά βρέθηκε δουλειά για τους γονείς του, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς εργασίας, απέτυχε το σενάριο. Τότε, όπως μας λέει ο κ. Βελλινιάτης, επενέβη ο Λουκάς Καρακούσης, όπου πρότεινε να παίρνει  500 ευρώ η οικογένεια για να πάνε τα αδέλφια Αντετοκούνμπο στην ομάδα. Έτσι κι έγινε.

Τα πρώτα σύννεφα στην ομάδα – «Γιατί μου τους έφερες»

Μετά τον δεύτερο χρόνο, άρχισαν να μαζεύονται «σύννεφα» πάνω από την προσπάθεια. «Δεν υπήρχε πίστη ούτε από την οικογένεια ούτε από την ομάδα ότι θα έχουν εξέλιξη τα παιδιά. Μου έλεγαν από την ομάδα γιατί μου τους έφερες. Ο Γιάννης τότε με κατηγόρησε ότι τον πρόδωσα και πήγα τα  αδέλφια σε μία ομάδα η οποία δεν τους πρόσεξε. Σε μία ομάδα που έδινε στην οικογένεια 500 ευρώ το μήνα, για παιδιά που δεν ξέρανε αρχικά τα σκάνε την μπάλα» μας λέει χαμογελώντας ο κ. Βελλινιάτης, φέροντας στο φως άγνωστες πτυχές. Από εκεί και πέρα, όλα είναι λίγο πολύ γνωστά.

Εθνικός Κάτω Πατησίων – Εκεί που ξεκίνησαν όλα

Η προσπάθεια ώστε να δοθεί διέξοδος σε παιδιά μεταναστών, είχε ξεκινήσει νωρίτερα, από τον Σπύρο Βελλινιάτη και τον Μανώλη Περρή, με τον Εθνικό Κάτω Πατησίων. «Εκεί προσπαθήσαμε να εντάξουμε στον αθλητισμό παιδιά μεταναστών που ήταν σε αδιέξοδο. Αυτή η φουρνιά δεν έβγαλε σπουδαίους μπασκεμπολίστες, έβγαλε όμως προσωπικότητες που διέπρεψαν αργότερα σε άλλους τομείς».

Βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και ο ίδιος στην προσπάθειά του να ενταχθεί ως μέλος της γερμανικής κοινότητας στην ελληνική πραγματικότητα και γνωρίζοντας ότι οι δυσκολίες για τους Αφρικανούς ήταν πολύ μεγαλύτερες, αποφάσισαν από κοινού να κάνουν ότι μπορούν για να κοινωνικοποιήσουν αυτά τα παιδιά.

Ήταν  από τις φορές που ο Σπύρος Βελλινιάτης δεν στεναχωρήθηκε που δεν βγήκε κάποιο ταλέντο. «Δεν απέδωσε αθλητικά το εγχείρημα αλλά είχαμε στην ομάδα παιδιά που αργότερα πέτυχαν πολλά στη ζωή τους.  Όπως ο Έμσι Γίνκα που είναι τραγουδιστής, ο Μιχάλης Αφολάνιο ο οποίος είναι ηθοποιός, ο Νίκος Οντουμπιντάν που δραστηριοποιείται στα δικαιώματα των παιδιών μεταναστών δεύτερης γενιάς και ο Ζερό των Vegas».

Ερωτηθείς ποιοι άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στο να ασχοληθεί με τα παιδιά μεταναστών, ο κ. Βελλινιάτης υποστηρίζει: «Ήταν ο Λουκάς Καρακούσης γιατί πίστεψε σε μένα – παρά το γεγονός ότι ήμουν ένας ασήμαντος προπονητής στον Φιλαθλητικό – ότι μπορούσα να προσφέρω περισσότερα. Αν δεν είχα την ηθική στήριξή του, δεν θα τολμούσα να σχεδιάσω αυτή την προσπάθεια με τους Αντετοκούνμπο. Επίσης ο Μανώλης Περρής με βοήθησε να  καταλάβω πώς βγαίνουν  παίχτες».

Δείχνοντας ένα στοιχείο του χαρακτήρα του, που δεν είναι άλλο από τη σεμνότητα που τον διακρίνει, συνεχίζει λέγοντας: « Ντρέπομαι να λέω ότι έβγαλα τους Αντετοκούνμπο καθώς υπήρχαν και κάποιοι άλλοι  άνθρωποι που αν δεν είχαν βρεθεί μπροστά μου δεν θα μπορούσα να πετύχω κάτι σε αυτό το μέγεθος».

Η σχέση  του με τους παίχτες

Ρωτήσαμε πως αντιμετώπιζαν και πως αντιμετωπίζουν τώρα τον Σπύρο Βελλινιάτη οι παίχτες του ως προπονητή. «Κάθε παιδί ενεργεί με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που εισπράττεις, το καταλαβαίνεις τελικά μετά από χρόνια. Εκείνη τη στιγμή τα πράγματα έχουνε τέτοια ροή που δεν βλέπεις ούτε εσύ πως τους επηρεάζεις. Όταν δεις αυτά τα παιδιά μετά από χρόνια και σε αγκαλιάζουν με θέρμη, καταλαβαίνεις ότι κάτι τους προσέφερες». Συνήθως, προσθέτει, «σε αγκαλιάζουν περισσότερο τα παιδιά που δεν πέτυχαν».

Μετά από αρκετή συζήτηση, η κουβέντα γύρισε και πάλι στον Γιάννη. Τι ήταν αυτό που διακρίνατε όταν τον είδατε να κάνει τα πρώτα του μπασκετικά βήματα και ποια είναι τα στοιχεία που τον κάνουν να πρωταγωνιστεί στο πιο απαιτητικό πρωτάθλημα στον κόσμο, ρωτήσαμε.

«Η αποφασιστικότητά του, η άρτια κινητικότητα των κλειδώσεων του, το σκληροτράχηλο της προσωπικότητας του που το καλλιέργησε η ίδια η ζωή, η διαύγεια του πνεύματος του, η καρτερικότητα» σημειώνει. Όσο για τον σωματότυπο – όπως αποκαλύπτει – στην αρχή του δημιούργησε δυσκολίες. «Υπολογίζαμε ότι ο Γιάννης θα γίνει το πολύ 2.03 και τον εκπαιδεύσαμε για άσσο. Τελικά έγινε 2.11. Του δώσαμε τόσο καλή κατάρτιση που μπορεί με αυτό το ύψος να «κατεβάζει» την μπάλα σαν άσσος».

Όσο αφορά τη σχέση του με τον Γιάννη; «Από τη στιγμή που πήγε στο NBA, δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω» μας λέει.

Οι δύο στιγμές που στιγμάτισαν την  καριέρα του ως προπονητής

Η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη μακρόχρονη πορεία του ως προπονητής, ήταν όταν επιλέχθηκε ως draft ο Γιάννης στο NBA. «Έπινα τον καφέ μου στην Ελευθερία Μοσχάτου όπου δούλευα και λέω μέσα μου: Μπορώ να ζήσω πιο ευτυχισμένη στιγμή από τώρα;» μας λέει και συνεχίζει λες και όλα συνέβησαν χθες. «Ταυτόχρονα διαβάζω ότι οι αδελφές Βιτζιλαίου, δύο παίχτριες μου, πραγματοποιούν μυθική εμφάνιση στην τελική φάση Κορασίδων. Και το ίδιο βράδυ, κουρασμένος και αναγκασμένος να γυρίσω με το ποδήλατό μου από τα Πετράλωνα προς το Γκύζι, ακούω τη φωνή του πρώην παίχτη μου  Έμσι Γίνκα. Ανεβαίνω στη διάβαση του ηλεκτρικού, όπου κάθισα όλο το βράδυ απολαμβάνοντας τη συναυλία του».

Όσο για την πιο στενάχωρη στιγμή… «Όταν υπογράφει ο Γιάννης συμβόλαιο για 100 εκ. και δε με παίρνει ένα τηλέφωνο» λέει με την ειλικρίνεια που τον διακρίνει .