Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία είναι σήμερα στο επίκεντρο εντός εντυπωσιακού κουβαριού αντιθέσεων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών.

Στο εσωτερικό εμφανής κλιμάκωση της αυταρχικής στροφής με την βοναπαρτιστικής υφής απόφαση για ακύρωση και επανάληψη των εκλογών στην Κωνσταντινούπολη απειλεί να εξελιχθεί σε ένα ιδιότυπο πολιτικό μπούμερανγκ για τον Ερντογάν εάν τελικά το κόμμα του χάσει και αυτή τη φορά το μεγαλύτερο δήμο της χώρας, την ώρα που τα οικονομικά προβλήματα και η συνεπαγόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένουν.

Στο εξωτερικό η Τουρκία εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια εξαιρετικά αντιφατική θέση στη Συρία. Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης γύρω από την «ζώνη αποκλιμάκωσης» στην Ιντλίμπ είναι ενδεικτική, καθώς η Τουρκία διαμαρτύρεται για το νέο γύρο επιθέσεων των κυβερνητικών και ρωσικών δυνάμεων σε θέσεις των ισλαμιστών ανταρτών, χωρίς όμως να μπορεί και η ίδια να δώσει σαφή προοπτική εξομάλυνσης της κατάστασης, παρότι αυτή ήταν η δέσμευση που προσέφερε ώστε να αποτραπούν γενικευμένες επιθέσεις των κυβερνητικών και ρωσικών δυνάμεων.

 

Την ίδια ώρα η Τουρκία εξακολουθεί να μην μπορεί να βρει ένα πεδίο συνεννόησης και με τις ΗΠΑ για τη διαμόρφωσης μιας ελεγχόμενης από την Τουρκία ζώνης ασφαλείας στο συριακό έδαφος απέναντι στους Κούρδους, ενώ το ίδιο δύσκολες φαίνεται να είναι και οι παρασκηνιακές επαφές και με τους ίδιους τους Κούρδους, παρά τη συμβολική χειρονομία να επιτραπεί ξανά η επικοινωνία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν με τους δικηγόρους του.

Σε όλα αυτά προτίθεται το συνολικότερο πρόβλημα των αντιθέσεων με τις ΗΠΑ, τόσο για το ζήτημα της Συρίας όσο και για αυτό της προμήθειας ρωσικών συστοιχιών S-400, όπως πλέον και για το θέμα της νέας αμερικανικής επιθετικότητας έναντι του Ιράν, μιας χώρας με την οποία η Τουρκία έχει σημαντικές οικονομικές και ενεργειακές συναλλαγές και με την οποία η Τουρκία μοιράζεται την επιθυμία αποτροπής της διαμόρφωσης μιας οιονεί κουρδικής κρατικής οντότητας εντός της Συρίας.

Πάνω από όλα αυτό που αρχίζει να κυριαρχεί στην πλευρά της Τουρκίας και ιδίως στην κυβέρνηση Ερντογάν είναι μια γενικευμένη καχυποψία ότι ένα ευρύτερο σύνολο δυνάμεων σήμερα προσπαθεί να στερήσει την Τουρκία από τη θέση θα μπορούσε να έχει. Αυτό αφορά πρώτα και κύρια τις ΗΠΑ αλλά αποτελεί και την οπτική γωνία με την οποία αντιμετωπίζονται διάφορες εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των συνεργασιών ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

 

Η Τουρκία ανοίγει όλα τα μέτωπα

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο η Τουρκία σήμερα δοκιμάζει να ανοίξει όλα τα μέτωπα.

Έχουμε καταρχάς την ευθεία αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την προσπάθεια να κάνει το ειδικό σκάφος-γεωτρύπανο «Φατίχ» («Πορθητής) δοκιμαστική γεώτρηση εντός των ορίων της κυπριακής ΑΟΖ, παρότι αυτή έχει κηρυχθεί σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της Θάλασσας και έχει αναγνωριστεί ως τέτοια από τους φορείς της διεθνούς κοινότητας (που αναγνωρίζει ότι τα νησιά έχουν αυτοτελή ΑΟΖ σε αντίθεση με τους τουρκικούς ισχυρισμούς ότι αυτό αφορά μόνο τις ηπειρωτικές χώρες).

Έπειτα έχουμε τον τρόπο που η Τουρκία επαναφέρει το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με επίκληση όσων κατά τη γνώμη της αναφέρει η Συνθήκη της Λωζάννης, παρότι η Ελλάδα έχει ισχυρότατα νομικά επιχειρήματα με βάση το διεθνές δίκαιο ως προς το δικαίωμά της να προασπίζει την εδαφική της ακεραιότητα. Σε αυτό ας προσθέσουμε την κατά καιρούς επανερχόμενη υπενθύμιση για τα 12 νμ ως ‘causa belli’.

Όμως, αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι εάν και κατά πόσο η Τουρκία θα δοκιμάσει να πάει την αντιπαράθεση σε ένα ανώτερο επίπεδο.

 

Θα δοκιμάσει η Τουρκία να κάνει έρευνα στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας;

Η Ελλάδα δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ. Όμως, διαθέτει υφαλοκρηπίδα (που ορίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η ΑΟΖ, δηλαδή 200 νμ.  ή μέση γραμμή εάν οι αποστάσεις είναι μικρότερες), καθώς αυτή θεωρείται ότι αποτελεί ούτως ή άλλως κυριαρχικό δικαίωμα ενός κράτους. Με αυτή την έννοια, οτιδήποτε έχει να κάνει με την έρευνα και τη δυνητική εκμετάλλευση του υπεδάφους στα όρια της υφαλοκρηπίδας, ακόμη και χωρίς την ανακήρυξη ΑΟΖ (που αφορά και την επιφάνεια), αποτελεί αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Θυμίζουμε ότι και το 1976 και το 1987, υπήρξε ένταση στα όρια του «θερμού επεισοδίου» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, επειδή η τελευταία δοκίμασε να κάνει σεισμικές έρευνες στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Η Τουρκία στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο δεν αμφισβητεί μόνο την κυπριακή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ αλλά και την ελληνική υφαλοκρηπίδα (και δυνητική ΑΟΖ). Και στις δύο περιπτώσεις η επιχειρηματολογία είναι κοινή: τα νησιά δεν διαθέτουν αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και αυτές πρέπει να χαραχθούν με βάση τις ηπειρωτικές ακτογραμμές των δύο χωρών.

Με την ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία επικεντρώνει την αμφισβήτησή της στα τμήματα εκείνα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας που ορίζονται από το σύμπλεγμα του Καστελόριζου και από την Κρήτη.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η αμφισβήτηση αυτή θα παραμείνει σε φραστικό επίπεδο ή εάν θα δοκιμάσει κάποιου είδους τετελεσμένο στέλνοντας εκεί κάποιο ερευνητικό σκάφος ή ακόμη και γεωτρύπανο. Ο λόγος είναι ότι σε αυτή την περίπτωση η Ελληνική πλευρά θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Την πιο πρόσφατη φορά όταν η Τουρκία δοκίμασε να στείλει το ερευνητικό σκάφος ήταν τον περασμένο Δεκέμβριο όταν το ερευνητικό σκάφος Barbaros κινήθηκε στα όρια ανάμεσα στην ελληνική και την κυπριακή υφαλοκρηπίδα, νότια του Καστελόριζου. Η Ελλάδα απέστειλε τη φρεγάτα Νικηφόρος Φωκάς και παρότι η Τουρκία υποστήριξε ότι το τουρκικό σκάφος παρενοχλήθηκε από το ελληνικό, το επεισόδιο δεν κλιμακώθηκε.

Το ερώτημα είναι εάν τώρα θα δοκιμάσει η Τουρκία μια πιο μεγάλη και σαφή αμφισβήτηση.

 

Ο φόβος του θερμού επεισοδίου

Η τουρκική τακτική δείχνει να είναι ένα συνδυασμός «προβολών ισχύος» και διαρκούς υπενθύμισης όλων των «ανοιχτών ζητημάτων» και των «γκρίζων ζωνών», ενίοτε και με κλιμάκωση των απαιτήσεων. Αυτό παραπέμπει σε ένα είδος επιθετικής κίνησης για τη διαμόρφωση τετελεσμένων έτσι ώστε η αναπόφευκτη διαπραγμάτευση, με συμμετοχή και του «διεθνούς παράγοντα», να μπορεί να έχει ευνοϊκή αφετηρία για αυτήν.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μια τέτοια τακτική θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμη και ένα «θερμό επεισόδιο» καθώς η απειλή μιας πολεμικής κλιμάκωσης θα έκανε τη διεθνή κοινότητα πολύ πιο «παρεμβατική» ώστε να καθίσουν τα δύο μέρη σε μια διαπραγμάτευση που η Τουρκία εκτιμούσε ότι τελικά θα οδηγούσε σε μια νέα και ευνοϊκότερη για αυτή ισορροπία.

Όμως, το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι στην τουρκική κυβέρνηση υπάρχει ένας φόβος για το θερμό επεισόδιο. Μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης καχυποψίας για τη στάση των ΗΠΑ, η τουρκική κυβέρνηση φοβάται μήπως ένα θερμό επεισόδιο θα ήταν τελικά ένας μοχλός πίεσης εναντίον της, με την έννοια να βρεθεί απομονωμένα και σε θέση να κάνει υποχωρήσεις ή ακόμη χειρότερα αυτό να αποτελέσει την αφετηρία ενός σχεδίου ανατροπής της κυβέρνησης Ερντογάν. Είναι αυτός ο φόβος που αποτυπώνεται στην επαναλαμβανόμενη επίκληση του κινδύνου «προβοκάτσιας».

Όμως, όλα αυτά διαμορφώνουν μια πολύ λεπτή ισορροπία με την Τουρκία από τη μια να δοκιμάζει τα όρια αντοχής και ανοχής της ελληνικής πλευράς και την ίδια στιγμή να θέλει, διακηρυκτικά τουλάχιστον, να αποφύγει ένα «θερμό επεισόδιο». Μόνο που η ιστορία είναι γεμάτη από πολεμικές συρράξεις που φαινομενικά ήταν «αθέλητες».

 

Το ερώτημα της ελληνικής απάντησης

Όλα αυτά μεταφέρουν και την πίεση στην ελληνική πλευρά να χαράξει μια στρατηγική πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Η ελληνική κυβέρνηση μέχρι τώρα δοκίμασε να απαντήσει κυρίως με την διαμόρφωση αξόνων συμμαχιών που θα διαμόρφωναν έναν συσχετισμό και έναντι της Τουρκίας. Όμως, μέχρι τώρα αυτή η στρατηγική δεν φάνηκε να αποδίδει ως διαδικασία κατευνασμού της τουρκικής πολιτικής.

Ούτε η επένδυση στην ευρωπαϊκή αντίδραση φάνηκε να αποδίδει ιδιαίτερα. Οι διακηρύξεις «είμαστε όλοι Κύπριοι» δεν μεταφράστηκαν σε κάποια απτά μέτρα για μια αμφισβήτηση των – με την ευρύτερη έννοια – κυριαρχικών ορίων της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, η μη διακύβευση της συμφωνίας με την Τουρκία για τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές μάλλον ιεραρχείται ως πλέον σημαντική.

Ακόμη και οι αμερικανικές πιέσεις είναι ένα ερώτημα πόσο αποδίδουν ιδίως όταν στην πραγματικότητα ούτως ή άλλως έχουμε μια εν εξελίξει διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ που αφορά τις συνολικές πλευρές των διμερών σχέσεων. Στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αμοιβαία καχυποψία και τη διαπίστωση ότι καμιά από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί την πλήρη ρήξη, δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για ιδιαίτερα εμφατικές παρεμβάσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων, πέραν φραστικών διακηρύξεων.

Από την άλλη, οι διακηρύξεις ότι όλα μπορούν να επιλυθούν με επιδείξεις πολεμικής ισχύος συνήθως παραβλέπουν ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν  «ελεγχόμενες συρράξεις» και ότι οποιοδήποτε «θερμό επεισόδιο» μπορεί να κλιμακωθεί με τρόπους τόσο απρόσμενους όσο και καταστροφικούς, πράγμα που σημαίνει ότι τα όρια ανάμεσα στη θεμιτή αποφασιστικότητα και την επικίνδυνη κλιμάκωση συχνά είναι ιδιαίτερα λεπτά.

Και αυτή είναι μια διαπίστωση που επαναφέρει τη συζήτηση στο ποιες πολιτικές, οικονομικές, διπλωματικές μορφές πίεσης μπορούν να έχουν όντως αποτέλεσμα, όπως και στο ποια θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να είναι μια πραγματική διαδικασία διαλόγου και συνεννόησης ανάμεσα στις δύο χώρες.