Ολες οι συστημικές τράπεζες, όπως έχουν συμφωνήσει με τους θεσμούς και με τον εποπτικό βραχίονα της Κομισιόν, τον SSM, οφείλουν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους μέσα στην επόμενα τριετία, έτσι ώστε να μπορούν να επιτύχουν οργανική κερδοφορία, αποκτώντας την απαραίτητη κεφαλαιακή βάση για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Ο στόχος που έχει τεθεί από το 2018, είναι από ένα απόθεμα NPLs 88,6 δισ. ευρώ να φθάσει στα 35 δισ. Η μείωση λοιπόν των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων NPEs από το 47% στις αρχές του 2019 θα πρέπει να διαμορφωθεί σε κάτω από 20% στο τέλος του 2021.

Αυτή η προοπτική είναι από μόνη της δύσκολη και αισιόδοξη, καθώς απαιτείται συνολική κινητοποίηση όλων των πόρων από τις τράπεζες, την ίδια στιγμή που πρέπει να μειωθεί το προσωπικό τους κατά ένα σημαντικό ποσοστό αναλόγως των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει, με τα capital plans.

Η λογική των τιτλοποιήσεων αλλά και των πωλήσεων δανείων σε funds και της διαχείρισής τους από εξειδικευμένες αδειοδοτημένες εταιρείες ειδικού σκοπού, που έχουν τις κατάλληλες πλατφόρμες, είναι μονόδρομος, καθώς οι ρυθμίσεις που πραγματοποιούν εσωτερικά οι τράπεζες απευθείας με τους δανειολήπτες και των σχετικών κανόνων του κώδικα δεοντολογίας, είναι χρονοβόρες και δεν φέρνουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα στα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα.

Εκτός αυτού, η ταχεία αποκλιμάκωση των NPLs έστω και σε χαμηλές τιμές πώλησης, λόγω μη εξασφαλισμένων εγγυήσεων, είναι μείζονος σημασίας, καθώς διαφορετικά οι όποιες προσπάθειες ανάπτυξης μέσω έργων υποδομής αλλά και σημαντικών επενδυτικών projects, θα είναι αδύνατο να χρηματοδοτηθούν από τα υφιστάμενα πιστωτικά ιδρύματα, δημιουργώντας επενδυτικό κενό και πιέζοντας πρακτικά την ίδια την οικονομική πολιτική για νέες δημοσιονομικές περικοπές.

Η αλληλουχία, λοιπόν, των παραγόντων στο οικονομικό κύκλωμα, οδηγεί σαφώς τις τράπεζες σε έναν νέο μετασχηματισμό, όπου θα είναι σε θέση την επόμενη τριετία να επιτελέσουν πραγματικά τον ρόλο της ατμομηχανής της ελληνικής οικονομίας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός