Η «τροπολογία Κουντουρά» όπως καλώς ή κακώς ονομάστηκε αποτυπώνει μία κρίσιμη αντίφαση της πολιτικής σκηνής. Μικρή σημασία έχει εάν όντως σχεδιάστηκε για την υπουργό Τουρισμού, ή εάν ήταν μια πιο γενική επιλογή, η εντύπωση που άφησε στη δημοσιότητα ήταν η ίδια, χωρίς η κυβέρνηση να κάνει και μεγάλη προσπάθεια για τη διαψεύσει.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι τυπικό. Όντως το ασυμβίβαστο βουλευτή και υποψηφίου για την ευρωβουλή δεν είναι ένας απαρέγκλιτος κανόνας και υπάρχουν χώρες όπου δεν ισχύει.

Μόνο που ταυτόχρονα, ιδίως που στην Ελλάδα έχουμε επιλέξει, από τις προηγούμενες ευρωεκλογές, να έχουμε σταυρό προτίμησης και όχι λίστα, όπως και να το δει κανείς, ένας εν ενεργεία βουλευτή και δη της κυβερνητικής πλειοψηφίας μπορεί να δώσει από καλύτερη αφετηρία τη «μάχη του σταυρού.

Όμως, ακόμη και αυτό θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει, θεωρώντας ότι ούτως ή άλλως οι υποψήφιοι στις Ευρωεκλογές, την μόνη κάλπη με πανεθνική λίστα σταυροδοσίας που έχουμε στην Ελλάδα έρχονται με άνισες αφετηρίες αναγνωρισιμότητας.

 

Μια κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού και συγκεκριμένα στο ίδιο το πραγματικό σκεπτικό για την αλλαγή αυτή. Είναι γνωστό ότι πλέον έχουμε μια οριακή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών που εξασφαλίζει τη δεδηλωμένη και υπερψήφισε την πρόταση εμπιστοσύνης.

Μόνο που αυτή η πλειοψηφία προκύπτει από ένα άθροισμα ανάμεσα στους 145 βουλευτές της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ και άλλους έξι βουλευτές που προέρχονται από άλλα κόμματα (τους ΑΝΕΛ, το Ποτάμι και τη ΝΔ).

Με την αποχώρηση των ΑΝΕΛ από τη συγκυβέρνηση μπορεί να βρέθηκαν λύσεις για την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά είναι προφανές ότι έχουμε μια κυβέρνηση που δεν στηρίζεται σε έναν ανάλογο και εμφανή κοινοβουλευτικό συσχετισμό σε αντίθεση με το 2015. Τότε ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είχαν εμφανή πλειοψηφία ως προς το κοινοβούλιο και το άθροισμά τους στη λαϊκή ψήφο εμφανώς τους έδινε νομιμοποίηση να κυβερνήσουν και να εφαρμόσουν το όποιο πρόγραμμά τους.

Σήμερα έχουμε κυβερνητική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο που δεν μπορεί εύκολα να μεταφραστεί και σε έναν κομματικό συσχετισμό, τουλάχιστον όχι πριν γίνουν νέες εκλογές, αν και όλα δείχνουν και εκεί θα φανεί ότι μάλλον δεν είχε την πραγματική «δεδηλωμένη», καθώς ακόμη και φιλικές προς τον ΣΥΡΙΖΑ δημοσκοπήσεις προβλέπουν πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, είμαστε σε ένα οριακό σημείο ως προς την αναντιστοιχία ανάμεσα στην λαϊκή βούληση και το συσχετισμό που αποτυπώνεται στο κοινοβούλιο. Προφανώς με τυπικούς όρους νομιμότητας δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, όμως το ζήτημα της ουσιαστικής νομιμοποίησης υπάρχει.

Αλλά για την κυβέρνηση αυτό δεν είναι πρόβλημα, εφόσον η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει ότι όσο περισσότερο μένει στην κυβέρνηση τόσο περισσότερο μπορεί να μειώσει τη διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία.

Οι θεσμικές «παρενέργειες» μιας οριακής πλειοψηφίας

Όμως, αυτό εκ των πραγμάτων γεννά μια σειρά θεσμικές «παρενέργειες». Καταρχάς εφόσον δεν υπάρχει ακριβώς κοινοβουλευτική ομάδα με καθαρή πλειοψηφία,  η αντιπολίτευση μπορεί διαρκώς να ζητά ονομαστικές ψηφοφορίες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι και μια συμβολή στον αγώνα ενάντια στα «άδεια έδρανα» στη Βουλή.

Όμως υπάρχει και μια άλλη «παρενέργεια». Οι βουλευτές αυτοί δεν μπορούν να παραιτηθούν, γιατί έχουν εκλεγεί με άλλα κόμματα και οι αντικαταστάτες τους σε περίπτωση παραίτησης δεν θα στηρίξουν την κυβέρνηση. Για την ακρίβεια, οποιοσδήποτε από αυτούς τους βουλευτές παραιτηθεί η κυβέρνηση χάνει τυπικά τουλάχιστον την πλειοψηφία.

Αυτό είναι που οδηγεί στην επιλογή της κυβέρνησης να λύσει το πρόβλημα δια της δυνατότητας κάποιοι να είναι και βουλευτές και υποψήφιοι ευρωβουλευτές, παρότι μέχρι τώρα δεν ίσχυε. Με αυτό τον τρόπο, όποια και εάν είναι η σύνθεση των ευρωψηφοδελτίων, δεν τίθεται θέμα παραίτησης των συγκεκριμένων βουλευτών και έτσι η κυβέρνηση διατηρεί την πλειοψηφία.

 

Η κρίση του κοινοβουλευτισμού

Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, θα μπορούσε κανείς να πει και να θεωρήσει το ζήτημα λήξαν.

Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στην Ελλάδα μπορεί να είχαμε διάφορα προβλήματα με τους θεσμούς, ορισμένοι εκ των οποίων δεν εκσυγχρονίστηκαν ποτέ, όμως, ως προς τον κοινοβουλευτισμό από τη μεταπολίτευση και μετά τα πράγματα γενικά δεν ήταν τα χειρότερα.

Αντίθετα, σε γενικές γραμμές η αντίληψη ήταν να υπάρχουν καθαρές πλειοψηφίες στο κοινοβούλιο και οι κυβερνήσεις να παραιτούνται τη στιγμή που φαινόταν ότι έχαναν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακόμη και κατάφωρες παραβιάσεις της ορθής κοινοβουλευτικής αντίληψης, όπως π.χ. με την υπερψήφιση των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων με τη μορφή τεράστιων νομοσχεδίων με ένα άρθρο, στηρίζονταν στο ότι υπήρχαν ισχυρές πλειοψηφίες που τις ενέκριναν.

Ακόμη και η συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου, όπου για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση εν μέσω μίας κοινοβουλευτικής θητείας διαμορφώθηκε άλλη κυβέρνηση με άλλη σύνθεση, επίσης στηρίχτηκε στο ότι υπήρχε πλειοψηφία να τη στηρίξει και επιπλέον υπήρξε βραχύβια.

Τώρα έχουμε μια κυβέρνηση με οριακή τυπική πλειοψηφία (μόλις 151 και χωρίς π.χ. ένα μεγάλο ποσοστό όπως αυτό της ΝΔ στην περίοδο 1990-93), με ασαφή αντιστοίχηση σε μετρήσιμους κοινωνικούς συσχετισμούς, τεθλασμένη διαδρομή των βουλευτών που την αποτελούν και πλέον στήριξη ανοιχτά σε μεθοδεύσεις για να παραταθεί για λίγο ακόμη ο κοινοβουλευτικός βίος της.

Το τελευταίο σημείο ας μην το υποτιμήσουμε. Δεν είμαστε στα μισά μιας κοινοβουλευτικής θητείας, αλλά στο τέλος της. Ακόμη και τώρα να γίνονταν εκλογές, ουσιαστικά δεν θα θεωρούνταν πρόωρες, απλώς θα είχαν γίνει λίγο νωρίτερα.

Δηλαδή, δεν είμαστε σε μια φάση όπου μια κυβέρνηση έχει ένα έργο και ένα πρόγραμμα το οποίο κινδυνεύει να μείνει «στα μισά». Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση το μεγαλύτερο μέρος του έργου που υποσχέθηκε το 2015, δηλαδή την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου και την έξοδο από τα μνημόνια, έστω και τυπικά, το έχει ολοκληρώσει. Αυτό που ζητά δεν είναι να ολοκληρώσει το έργο της αλλά να εκμεταλλευτεί, επί της ουσίας για προεκλογικούς λόγους, λίγο ακόμη την εξουσία και όποιες δυνατότητες αυτή προσφέρει.

Όπως και να το δει κανείς, αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα επαρκή λόγο για να σπρώχνεται στα άκρα η όποια ευελιξία των θεσμών. Ιδίως όταν το αποτέλεσμα είναι να συμβάλλει και αυτή η κυβέρνηση σε μία γενικευμένη κρίση του κοινοβουλευτισμού που στην πραγματικότητα μόνο την ακροδεξιά και εν γένει τις αντιδημοκρατικές απόψεις μπορεί να βοηθήσει