Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ υποτίθεται ότι είναι οι κορυφαίες στιγμές του συνδικαλιστικού κινήματος για τον ιδιωτικό τομέα. Κι όχι ότι δεν υπήρχαν θέματα να συζητήσει η «κορυφαία» συνδικαλιστική οργάνωση! Μήπως δεν είναι ανοιχτό το ερώτημα πώς μπορούν να οργανωθούν αποτελεσματικές κινητοποιήσεις απέναντι σε μια κυβέρνηση που δεν έχει επαναφέρει το καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων, παρότι το υπόσχεται, και απέναντι σε μια εργοδοσία που καλόμαθε σε μεροκάματα πείνας και στην εκμετάλλευση της ανεργίας που παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα;

Δεν θα έπρεπε οι συνδικαλιστικοί «ταγοί» να συζητήσουν για το πώς θα προσελκύσουν στα συνδικάτα τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που, πέραν της ρύθμισης του κατώτατου μισθού, είναι ανυπεράσπιστοι απέναντι στην κυνική δήλωση του κάθε εργοδότη «ξέρεις πόσοι περιμένουν να πάρουν τη θέση σου;»

Για το πώς θα σταματήσει η επέλαση της ελαστικής εργασίας και της μερικής απασχόλησης; Για το πώς θα επανέλθουν αυτονόητα δικαιώματα όπως να πληρώνεται η υπερεργασία ή να αμείβεται η εργασία ανάλογα με το βαθμό ειδίκευσης, δυσκολίας ή επικινδυνότητας που έχει;

Προφανώς, τίποτε από τα παραπάνω δεν έγινε! Αντ’ αυτού είχαμε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ. Σπεύδω να πω ότι δεν παίρνω θέση Ποντίου Πιλάτου σε αυτή την αντιπαράθεση.

Για όποιον γνωρίζει τα καθέκαστα του συνδικαλιστικού κινήματος, οι περισσότερες καταγγελίες του ΠΑΜΕ στέκουν. Όντως η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ θέλει να νομιμοποιήσει συνδικάτα όπου οι εργοδότες καθοδηγούν τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών και υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με συνδικαλιστές που είναι ταυτόχρονα και εργοδότες. Και μόνο το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί λιγότερο από το 15% των ενεργών εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και πως υπάρχουν σωματεία-φαντάσματα που έχουν μόνη «αξία χρήσης» την κάλπη, είναι αρκετό για να φανεί ότι ο στόχος της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ είναι να αναπαράγει τις θέσεις της και τα προνόμιά της, με κάθε κόστος. Από την άλλη, όμως, ούτε η λογική ενός κομματικού συνδικαλισμού λύνει τα προβλήματα.

Βαθιά κρίση

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αντανακλούν τη βαθιά κρίση μιας εκδοχής συνδικαλισμού σε όλες τις παραλλαγές του. Ενός συνδικαλισμού που είδε τα συνδικάτα ως πεδία υλοποίησης κομματικών ή/και κυβερνητικών σχεδιασμών, που είδε τους παραταξιακούς συσχετισμούς ως πιο σημαντικούς από τους πραγματικούς συσχετισμούς στους χώρους δουλειάς, που προστάτευσε περισσότερο τα συμφέροντα κομματικών – παραταξιακών γραφειοκρατιών παρά των ίδιων των εργαζομένων.

Ο συνδικαλισμός αυτός όσο μπορούσε να στηρίζεται πάνω στο θεσμικό πλαίσιο του Ν. 1876/90 και να διαπραγματεύεται (στις χειρότερες εκδοχές κάτω από το τραπέζι…) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μπορούσε να εξασφαλίζει κάποιες κατακτήσεις και ένα περιορισμένο πλαίσιο «κανονικότητας» ως προς την εργασιακή συνθήκη. Η ακύρωση στην πράξη αυτού του πλαισίου με τους μνημονιακούς νόμους, αναίρεσε και αυτή τη δυνατότητα.

Και εάν στον δημόσιο τομέα διατηρήθηκε, ακόμη και μέσα στην περίοδο των μνημονίων, κάποια δυνατότητα συλλογικής δράσης, ενίοτε και με αποτελέσματα, στον ιδιωτικό τομέα μια ούτως ή άλλως δύσκολη συνθήκη έγινε απλώς καταστροφική (για την πλευρά της εργασίας).

Όμως, την ίδια στιγμή που υπάρχουν χιλιάδες ανασφάλιστοι εργαζόμενοι, άνθρωποι που δουλεύουν και δεν πληρώνονται για μήνες, άνεργοι που λένε ευχαριστώ για δουλειές των 250 ή 300 ευρώ, οι συνδικαλιστές στη ΓΣΕΕ ασχολούνται με τις… καρέκλες τους! Βασικός τους στόχος εδώ και χρόνια αποτελεί η αναπαραγωγή μιας «γραφειοκρατίας», που στηρίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στις ΔΕΚΟ παρά στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα και που –εκτός των άλλων-– είχε να διαχειριστεί και τις παχυλές επιδοτήσεις που εισπράττει η ΓΣΕΕ ως «κοινωνικός εταίρος».

Σε αυτή την κατεύθυνση ήταν συμπαραταγμένες οι συνδικαλιστικές δυνάμεις και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ από ένα σημείο και μετά. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ ήταν αντίθετες, αλλά δεν ξέφευγαν από τα όρια μιας κομματικοκεντρικής αντίληψης. Άλλες πρωτοβουλίες που υπήρχαν, υπεράσπισης μιας αντίληψης συνδικαλισμού των ίδιων των συνδικάτων, χωρίς κομματικές πλάτες, σε χώρους των υπηρεσιών, του εμπορίου, της ιδιωτικής εκπαίδευσης, των τεχνικών, πλήρωσαν ακριβό τίμημα με την είσοδο στην εποχή του μνημονίου, με εργοδοτικές «μαύρες λίστες» για τους πρωτεργάτες των σωματείων αυτών.

Σε ένα τέτοιο τοπίο, μικρή πραγματικά σημασία για τους εργαζομένους έχει το εάν, πότε, με ποια διοίκηση και με ποιον αστυνομικό κλοιό θα ολοκληρωθεί το συνέδριο της ΓΣΕΕ. Μικρή σημασία θα έχει η σύνθεση μιας διοίκησης τα περισσότερα μέλη της οποίας έχουν πάρα πολλά χρόνια να εργαστούν. Μικρή σημασία θα έχουν οι συσχετισμοί μιας συνομοσπονδίας που σε ολόκληρους τομείς της οικονομίας, εκεί που υπάρχει και η σκληρότερη εκμετάλλευση, δεν εκπροσωπεί –και δεν ενδιαφέρεται να εκπροσωπήσει- σχεδόν τίποτα.

Εάν κάτι μπορεί να δώσει ελπίδα, θα ήταν βήματα προς το να υπάρξει ξανά εργατικό κίνημα. Δηλαδή, συλλογικότητα των εργαζομένων ενάντια στην πολιτική εξουσία και την εργοδοσία. Ανεξάρτητη από κομματικούς σχεδιασμούς αλλά όχι απολίτικη. Χωρίς επαγγελματίες συνδικαλιστές και «απαλλαγμένους». Χωρίς μεγαλόστομα συνθήματα αλλά με πραγματική αλληλεγγύη. Ανοιχτό σε όλους τους εργαζομένους και εργαζόμενες, όποια και εάν είναι η τυπική εργασιακή σχέση τους, και προφανώς και προς τους μετανάστες. Με επίγνωση ότι κατακτήσεις χωρίς θυσίες (και απολύσεις και διώξεις) δεν υπάρχουν πια –όπως δεν υπήρχαν ούτε στις απαρχές του συνδικαλισμού. Αλλά και με πίστη στη δύναμη της συλλογικής αντίστασης.

Σε διάφορους χώρους ξεσπούν έστω και δειλά κινητοποιήσεις. Συνήθως αφορούν διαμαρτυρίες για απολύσεις, μη καταβολή δεδουλευμένων, εργοδοτική αυθαιρεσία που φτάνει έως και ξυλοδαρμούς. Η δημοσιότητα συχνά δεν τις καταγράφει. Όμως, από μία άποψη, είναι πολύ πιο σημαντικές από το πώς θα λήξει το ματς του συνεδρίου της ΓΣΕΕ.

Γράψτε το σχόλιό σας