Η Ελλάδα ζει ένα παράδοξο. Στο εξωτερικό το κύριο ζήτημα που προκαλεί τρόμο είναι η οικονομία και πώς μπορεί να αποφευχθεί αυτή. Στη χώρα μας… τρωγόμαστε για ένα θέμα που εδώ και 30 χρόνια μας βασανίζει κι όμως λέμε τα ίδια και τα ίδια.
Κι έτσι, μπορεί η παγκόσμια οικονομία να ανησυχεί κυρίως για τις εξελίξεις που αφορούν τον εν εξελίξει εμπορικό πόλεμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, όμως στην Ευρώπη τα μάτια, παραδοσιακά, είναι στραμμένα στις επιδόσεις της γερμανικής οικονομία.

Και τα νέα που έρχονται από τη γερμανική μεταποίηση δεν είναι καθόλου αισιόδοξα. Τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων τεσσάρων ετών κατέγραψε ο μεταποιητικός κλάδος στη Γερμανία για τον Ιανουάριο του 2019, σύμφωνα με τα στοιχεία της Markit. Ειδικότερα, ο δείκτης δραστηριότητας PMI συρρικνώθηκε στις 49,9 μονάδες, γεγονός που αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδα των τελευταίων 50 μηνών, έναντι 51,5 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2018.

Με βάση τη συγκεκριμένη κλίμακα όταν ο δείκτης πέφτει κάτω από τις 50 μονάδες τότε μιλάμε για συρρίκνωση. Την ίδια ώρα οι παραγγελίες έπεσαν με το χαμηλότερο ρυθμό από το 2012 με βασική αιτία τη χαμηλότερη ζήτηση, με ειδική έμφαση στην υποχώρηση της ζήτησης για αυτοκίνητα από την Κίνα.

Αντίστοιχα αρνητικά στοιχεία ήρθαν και από τη Γαλλία όπου τόσο τη μεταποίηση όσο και στις υπηρεσίες. Υποχώρηση υπήρξε και στο δείκτη για τη ολόκληρη την ευρωζώνη.

Ο Economist προβλέπει ύφεση για την Ευρωζώνη

Την ίδια ώρα το περιοδικό Economist επίσης προβλέπει ύφεση για την Ευρωζώνη μέσα στο επόμενο διάστημα. Η αρνητική αυτή μεταβολή έρχεται ύστερα από μια περίοδο σχετική ανάπτυξης, που αποτυπώθηκε στην περίοδο 2013-2016 και διατηρήθηκε το 2017 και στην αρχή του 2018. Αύξηση των εξαγωγών, πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης συνέβαλαν σε όλα αυτά.

Μόνο που όλα αυτά στηρίχτηκαν και στα μεγάλα πακέτα ενισχύσεων της εσωτερικής ζήτησης στην Κίνα αλλά και στα πολύ μεγάλα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ, όπως, από ένα σημείο και μετά, και στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης που έστω και καθυστέρηση εφαρμόστηκαν και στην Ευρώπη.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης έχουν ολοκληρωθεί και η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει ένα υπαρκτό ενδεχόμενο ανάσχεσης των αυξητικών τάσεων του παγκοσμίου εμπορίου, ιδίως εάν κυριαρχήσουν νεο-προστατευτικές λογικές και πρακτικές εμπορικού πολέμου.

Σε μια τέτοια συγκυρία, τα σημάδια εμφανούς «λαχανιάσματος» στις ηγεμονικές οικονομίες της Ευρωζώνης θα συναντηθούν με τις αρνητικές δυναμικές στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και τα προβλήματα που ούτως ή  άλλως είχε η θεσμική, νομισματική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, οδηγώντας σε μια συνθήκη ύφεσης.

Το ΔΝΤ διορθώνει προς τα κάτω τις προβλέψει του

Την ίδια στιγμή το ΔΝΤ στην τελευταία του πρόβλεψη διορθώνει προς τα κάτω τις προβλέψεις του και για την παγκόσμια οικονομία και για τους επιμέρους πόλους του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Πλέον για το 2019 προβλέπει ανάπτυξη παγκοσμίως 3.5% αντί για 3.7% και για το 2020 3,6% αντί για 3,7%.

Ειδικά για την Ευρωζώνη το ΔΝΤ προβλέπει αναιμική ανάπτυξη και το 2019 με 1,6% και το 2020 με 1,7%. Ειδικά για τη Γερμανία προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,3% το 2019 και για την Ιταλία μόλις 0.6%. Αλλά και για τη Γαλλία η πρόβλεψη είναι χαμηλή στο 1,5%.

Όλα αυτά επιτείνουν την αίσθηση ότι πέραν των γενικών προβλημάτων της παγκόσμια οικονομία, η οικονομία της Ευρωζώνης, παρά την ανάκαμψη των προηγούμενων ετών, πλέον μπαίνει σε μια τροχιά με υφεσιακό ορίζοντα.

Το γεγονός ότι αυτό έχει ως αφετηρία περισσότερο τα προβλήματα στην βιομηχανία και το «παραγωγικό μοντέλο», την ώρα που η συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα εξακολουθεί να κυριαρχείται από τα ζητήματα που αφορούν τη δημοσιονομική πολιτική, δείχνει ακριβώς ότι υπάρχει ένα πιο δομικό πρόβλημα στην «οικονομική διακυβέρνηση» της Ευρωζώνης.

 

Οι ελληνικές «καυτές πατάτες»

Μέσα σε αυτό το τοπίο η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να χαράξει οικονομική πολιτική. Και μπορεί η επικαιρότητα να κυριαρχείται από ζητήματα που δεν άπτονται της οικονομίας, από το «Μακεδονικό», ως τα ζητήματα που αφορούν τις διάφορες δικαστικές έρευνες, όμως το στοίχημα της μεταμνημονιακής εποχής είναι κατά βάση οικονομικό.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα για την κυβερνητική πολιτική. Όλο το κυβερνητικό αφήγημα αλλά και οι διάφοροι υπολογισμοί για τη δυνατότητα μικρότερων ή μεγαλύτερων τυπικών και άτυπων παρεκκλίσεων από αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία στηρίζονταν πάνω στην υπόθεση ισχυρών αναπτυξιακών δυναμικών, πρώτα και κύρια στο εξωτερικό, που θα επέτρεπαν και αυτή την ευελιξία ως προς την οικονομική πολιτική.

Σε ένα περιβάλλον, ελληνικό και διεθνές όπου κυριαρχεί η ανησυχία, υποχωρεί το παγκόσμιο εμπόριο και οι διεθνείς οργανισμοί αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για την ανάκαμψη, είναι σαφές ότι τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα και για την ελληνική οικονομία.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι θεσμοί επανήλθαν πιο ανήσυχοι στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής επιτήρησης, παρότι το γενικότερο πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη θα έτεινε περισσότερο στο να «ξεχαστεί» εν μέσω προεκλογικής περιόδου για το Ευρωκοινοβούλιο το «ελληνικό πρόβλημα». Η σπουδή που δείχνουν για την επίλυση κρίσιμων ζητημάτων όπως τα κόκκινα δάνεια αλλά και η ανησυχία τους για εξελίξεις όπως είναι οι δικαστικές αποφάσεις για τις περικοπές σε συνταξιούχους αλλά και δημοσίου υπαλλήλους και ο τρόπος που ανησυχούν για ενδεχόμενο δημοσιονομικό εκτροχιασμό είναι από αυτή την άποψη πολύ χαρακτηριστικός.

Σε αυτό το πλαίσιο εύλογο είναι να αναμένει κανείς αρκετά σκληρή διαπραγμάτευση και πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, ιδίως από τη στιγμή που η ολοκλήρωση της τρέχουσας μεταμνημιακής αξιολόγησης είναι αναγκαία συνθήκη για να πάρει η χώρα μας μια δόση από την επιστροφή κερδών των ελληνικών ομολόγων.

Αυτό θα δυσκολέψει την προσπάθεια της κυβέρνησης προεκλογικά να προχωρήσει κυρίως σε «φιλολαϊκά» μέτρα, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, οι 120 δόσεις και το νέο καθεστώς επιδότησης ενοικίου, παρά στα μέτρα που θα ζητήσουν οι «θεσμοί».

Την ίδια στιγμή έχει ενδιαφέρον η καθυστέρηση στην έκδοση του πενταετούς ομολόγου που θα αποτελούσε και την πολυδιαφημισμένη «έξοδο της Ελλάδας στις αγορές», έστω και ένα στην πραγματικότητα θα είναι μια αρκετά προστατευμένη, ελεγχόμενη και «ασφαλής» διαδικασία που περισσότερο θα αποσκοπεί στο να στείλει ένα «θετικό μήνυμα» στις αγορές και στους επενδυτές.

Ας μην ξεχνάμε ότι η προηγούμενη έκδοση 7ετούς ομολόγου το Φεβρουάριο του 2018 είχε δεν είχε πάει και τόσο καλά, με αποτέλεσμα αμέσως μετά την έκδοσή του η απόδοσή του να εκτιναχθεί.
Πολιτική ένταση

Τώρα η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα μπορέσει να ακολουθήσει ένα ρεύμα μεγάλης ζήτησης για ομόλογα του ευρωπαϊκού Νότου που αποτυπώθηκε στη μεγάλη ζήτηση για τις μεγάλες εκδόσεις ομολόγων πρόσφατα και από την Ισπανία και από την Ιταλία. Ωστόσο τα ανοιχτά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και η πολιτική ένταση μέχρι τώρα λειτούργησαν ανασχετικά προς τέτοιες πρωτοβουλίες, ιδίως από τη στιγμή που ο στόχος δεν είναι μία αλλά τρεις εκδόσεις μέσα στη χρονιά και με τέτοια χαρακτηριστικά και αποδόσεις που να μην δείχνουν «συμβολικές χειρονομίες» αλλά πραγματική ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Όλα αυτά επικαθορίζονται και από τη στάση αναμονής ως προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια, είτε γιατί οι επενδυτές σταθμίζουν το γενικό πολιτικό κλίμα και αναμένουν το τέλος της προεκλογικής περιόδου και την πολιτική σταθερότητα, είτε γιατί μεγάλα και σημαντικά σχέδια ιδιωτικοποιήσεων  παραμένουν σε εκκρεμότητα.