Με την ομιλία του την Παρασκευή στο υπουργικό συμβούλιο ο πρωθυπουργός ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για την τραγωδία, μια δήλωση που μέχρι τότε δεν είχε γίνει από κανέναν από τους πολιτικούς προϊσταμένους που ενεπλάκησαν στην υπόθεση της καταστροφικής πυρκαγιάς στην Αττική.

Μάλιστα από τη μεριά στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ υπογραμμίστηκε ότι αυτή η δήλωση αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν απεκδύεται των ευθυνών της, αλλά, αντιθέτως, τις αναλαμβάνει με πολύ πιο ακέραιο τρόπο από την απλή εκφορά μιας συγγνώμης ή τη θεατρικότητα μιας παραίτησης.

Πιο χαρακτηριστικά από όλους το έθεσε ο υπουργός Επικρατείας και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Χριστόφορος Βερναρδάκης με ανάρτησή του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης όπου αναφέρει: «η ανάληψη πολιτικής ευθύνης είναι πολύ βαρύτερη και πολύ ισχυρότερη πράξη από τη δήλωση μιας «συγνώμης».

Ανάληψη πολιτικής ευθύνης σημαίνει α) δεν καταφεύγουμε σε δικαιολογίες και μετάθεση ευθυνών σε πυροσβεστική, αστυνομία, εθελοντές, κλπ,

β) δεν καταφεύγουμε σε άλλοθι περί εμπρησμών και κλιματικής αλλαγής – όσο πραγματικές αιτίες κι αν είναι –, γιατί καθήκον μας είναι να προασπίσουμε τις ζωές των ανθρώπων ακόμα και μπροστά στην πιο ασύμμετρη απειλή,

γ) ελέγχουμε τα κακώς κείμενα σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής προστασίας: μέσα και εργαλεία, ανθρώπινο δυναμικό, αξιοποίηση των ερευνητικών φορέων, διοικητική και οργανωτική αναβάθμιση,

δ) στεκόμαστε ασυμφιλίωτα μπροστά στην μικρο-διαχειριση των τοπικών και πελατειακών δικτύων. Ανάληψη πολιτικής ευθύνης σημαίνει να δίνεις ελπίδα και σχέδιο στην κοινωνία, τη βεβαιότητα ότι τίποτα την επόμενη μέρα δεν θα είναι ίδιο με χθες και τίποτα δεν είναι «μοιραίο» λόγω αντικειμενικών συνθηκών. Η πολιτική ευθύνη δεν είναι απλώς μια συγνώμη. Είναι συγνώμη στη νιοστή. Είναι ο ύψιστος σεβασμός σε αυτούς που χάθηκαν, αλλά και σε αυτούς που μένουν πίσω και δεν πρέπει να χαθούν»

Ομολογουμένως, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με μια τέτοια τοποθέτηση.

Μόνο που ο πρωθυπουργός δεν έκανε αυτή την τοποθέτηση, οπως και δεν την έχει κάνει συνολικά η κυβέρνηση.

Άρνηση παραδοχής σφαλμάτων και μετάθεση ευθυνών

Πρώτα από όλα δεν έχει γίνει καμία παραδοχή λαθών, ελλειμμάτων και ανεπαρκειών. Είναι ένα πράγμα η διαπίστωση ότι προφανώς η αναλυτική απόδοση ευθυνών και ο εντοπισμός του συνόλου των σφαλμάτων και ελλείψεων δεν μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή και άλλο η πεισματική επιμονή ότι είχαμε το καλύτερο σύστημα πυρόσβεσης που μπορούσαμε να έχουμε αλλά παρ’ όλα αυτά είχαμε μια πολύνεκρη τραγωδία.

Επιπλέον, εάν κανείς ξανακοιτάξει την εισηγητική ομιλία του πρωθυπουργού στο υπουργικό συμβούλιο, θα διαπιστώσει ότι εάν εντόπισε μια συγκεκριμένη ευθύνη ή ανεπάρκεια αυτή αφορούσε το ενδεχόμενο αυτή η κυβέρνηση «δίνοντας προτεραιότητα στη μάχη για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής καταστροφής που προκάλεσαν οι μνημονιακές πολιτικές» δίστασε να αντιμετωπει «όσο έπρεπε αποφασιστικά τον κίνδυνο άλλων καταστροφών, από στρεβλώσεις που δημιούργησε το φαύλο παρελθόν».

Η δήλωση αυτή είναι αποκαλυπτική. Ακόμη και εκεί που ο πρωθυπουργός αναλαμβάνει μια ευθύνη ή δοκιμάζει την αυτοκριτική, στην οποία επίσης αναφέρθηκε στην ομιλία του, σπεύδει ταυτόχρονα να ξεκαθαρίσει ότι η βασική ευθύνη είναι άλλων, ότι οι πραγματικοί υπεύθυνοι είναι το προηγούμενο «φαύλο καθεστώς» και οι «στρεβλώσεις» που έφερε.

Όμως, όπως έχει γραφτεί κατ’ επανάληψη, το γεγονός ότι στην καταστροφή συνέβαλε ένα στρεβλό μοντέλο δόμησης και οικιστικής ανάπτυξης, το οποίο ενίσχυσαν όλες οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, με τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις νομιμοποίησης και τακτοποίησης αυθαιρέτων (συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα), δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την ευθύνη να εξασφαλίσει ότι δεν είχαμε μια τέτοια τραγωδία.

Για να το πούμε διαφορετικά. Όσο δεν επιλύουμε τα δομικά προβλήματα σε σχέση με την οικιστική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, θα είμαστε ευάλωτοι σε καταστροφές. Η αλλαγή αυτή είναι επείγουσα αλλά προφανώς δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως, το να υπάρχουν σχέδια ετοιμότητας και προετοιμασία ώστε την κρίσιμη στιγμή η όποια καταστροφή να μην συνεπάγεται και απώλειες ζωής και να περιορίζεται η έκτασή της, είναι κάτι που έπρεπε να είχε γίνει. Αφορά την καθ’ ημέρα κυβερνητική διαχείριση και όχι τα μακροπρόθεσμα σχέδια.

Μια κυβέρνηση που απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν διαφορετική από τις άλλες

Με αυτή την έννοια, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα απέτυχε διπλά. Και δεν έβαλε μπροστά τις ριζοσπαστικές αλλαγές που μεσοπρόθεσμα θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της άναρχης δόμησης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος (όπως δεν τόλμησε να το κάνει και σε οποιοδήποτε άλλο τομέα ευθύνης της, από την οικονομία έως την εκπαίδευση) και δεν μπόρεσε να έχει μια αποτελεσματική διαχείριση των άμεσων προβλημάτων και ζητημάτων.

Και εάν σήμερα είναι στο στόχαστρο της κοινωνίας σε τέτοιο βαθμό η κυβέρνηση είναι ακριβώς γιατί εάν στο θέμα των μεγάλων ανατροπών η δικαιολογία «δεν υπάρχουν όροι και συσχετισμοί» μπορεί από κάποιους να γίνεται εν μέρει αποδεκτή, δεν μπορεί να ισχύσει το ίδιο για το ότι αποδείχτηκε ότι και η κυβέρνηση αυτή σε κρίσιμα ζητήματα φέρθηκε με την ίδια καθεστωτική λογική με τις προηγούμενες: η προετοιμασία ήταν στα χαρτιά, οι αρμόδιοι είχαν άλλες προτεραιότητες, η εκτίμηση ήταν ότι απλώς δεν θα συνέβαινε κάτι και όταν συνέβη είδαμε απλώς μια επικοινωνιακή διαχείριση και εν συνέχεια μετάθεση ευθυνών ή άρνηση ανάληψής τους.

Ουσιαστικά, ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να αποδείξει ότι αυτή η εκδοχή αριστεράς μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό έστω και με περιορισμένα μέσα.

Εκεί που το ηθικό κύρος της αριστεράς στην ελληνική κοινωνία στηριζόταν στον ηρωισμό και στην αγωνιστικότητα, δηλαδή στην ικανότητα κινητοποίησης, ενεργοποίησης, συλλογικής εξεύρεσης λύσεων ακόμη και εκεί που τα πράγματα είναι δύσκολα, χωρίς κοντόθωρους υπολογισμούς και αναβλητικότητα, η κυβέρνηση αυτή έδειξε ότι είχε τα ίδια όρια με τις προηγούμενες, αυτές που κάποτε τις κατηγορούσε ότι ασχολούνται με την πολιτική εικόνα και το διαμοιρασμό της εξουσίας και όχι την προσφορά στους πολίτες.

Ακόμη χειρότερα, αποδείχτηκε ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν πιο ικανή στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των μνημονίων, με έναν εντυπωσιακό απολογισμό περικοπών, ιδιωτικοποιήσεων, μεταρρυθμίσεων, πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά όχι σε αυτό που υποτίθεται ότι θα ήταν το ισχυρό σημείο μιας «αριστερής κυβέρνησης»: ενδιαφέρον για τον πολίτη, προνοητικότητα, έγκαιρος σχεδιασμός, διαμόρφωση ενός κλίματος ασφάλειας, σύγκρουση με συμφέροντα που θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων.

Γι’ αυτό το λόγο και η ανάληψη ευθύνης που κάνει ο πρωθυπουργός είναι ταυτόχρονα και αποποίηση ευθύνης και μετάθεση ευθύνης. Γι’ αυτό το λόγο και δεν συνοδεύεται από ρητή παραδοχή σφαλμάτων ούτε από τον ίδιο ούτε από τα άλλα στελέχη της κυβέρνησης.

Ούτε έχουμε μέχρι τώρα δει τα σημάδια ότι θα υπάρξει εκείνη η συλλογική ενεργοποίηση του κοινωνικού, τεχνικού, ερευνητικού δυναμικού της χώρας με σκοπό τις μεγάλες ανατροπές και τομές που θα εξασφαλίσουν ότι δεν θα ξαναθρηνήσουμε ανθρώπους πραγματικά αδικοχαμένους.

Από τα «αναπτυξιακά συνέδρια» που κατέληξαν σε ένα «αναπτυξιακό σχέδιο» που απλώς αναπαράγει τις δεσμεύσεις του Μεσοπρόθεσμου, χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις παραγωγικής ανασυγκρότησης, μέχρι την εκπαίδευση όπου πέραν της επίλυσης μερικών στρεβλώσεων του παρελθόντος ούτε όραμα ούτε σχέδιο έχει διατυπωθεί, μέχρι την υγεία όπου ένα ώριμο αίτημα δεκαετιών, το δίκτυο πρωτοβάθμιας περίθαλψης υλοποιείται αποσπασματικά και με… συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η κυβέρνηση αυτή δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αξιοποιεί ιδέες, να παράγει στρατηγικές, να κάνει μεσοπρόθεσμους σχεδιασμούς που να εμπνέουν και να αλλάζουν τα πράγματα.

Έχει αποδείξει απλώς ότι μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την αποκαρδίωση του λαϊκού παράγοντα μετά το καλοκαίρι του 2015 για να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών.

Οι μεγάλες καταστροφές όπως και οι μεγάλες εθνικές κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν όντως ως καταλύτες αλλαγών. Αρκεί να υπάρχουν και πολιτικές ηγεσίες που να θέλουν να το κάνουν αυτό, με κάθε κόστος, και όχι απλώς να διαχειριστούν την πολιτική εικόνα τους ή να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία ως αυτοσκοπό.

 

Γράψτε το σχόλιο σας