Τούτες τις ημέρες κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Εκατό χρόνια μοναξιά» (Cien años de soledad) του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες από τις εκδόσεις «Ψυχογιός», σε μια νέα μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου από την ισπανική γλώσσα.

Επειδή δεν μου αρέσουν οι λίστες με «τα βιβλία που πρέπει να διαβάσετε πριν πεθάνετε», επειδή η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικό μάθημα για κανέναν και επειδή προς αυτήν κατευθυνόμαστε από μόνοι μας και όχι επειδή μας σέρνει κάποιος προς τα κει με το ζόρι, σπεύδω να πω το εξής:

Παραδόξως ζηλεύω αυτούς που θα πιάσουν στα χέρια τους για πρώτη φορά το βιβλίο. Γιατί; Διότι πρόκειται να βιώσουν μια σπάνια εμπειρία. Τους περιμένει ένα ανεπανάληπτο θάμβος. Η αρχική επαφή με το φανταστικό Μακόντο και τους ανθρώπους του, όπως και να το κάνουμε, είναι μοναδική και δύσκολα ξεχνιέται. Καθορίζει την αναγνωστική μνήμη.

Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» αποτελεί μια εμβληματική στιγμή της παγκόσμιας πεζογραφίας, από τα βιβλία-ορόσημα που μας χάρισε ο προηγούμενος αιώνας και είναι, δίχως αμφιβολία, το αριστούργημα του Κολομβιανού νομπελίστα.

Το βιβλίο αυτό ευθύνεται για ό,τι σήμερα είναι ευρέως γνωστό (και ενίοτε παρεξηγήσιμο) ως «μαγικός ρεαλισμός». Έβαλα την παρένθεση επειδή ο όρος έχει κακοπάθει, έχει γίνει και λίγο του συρμού, πλην όμως όλα αυτά είναι άσχετα με την εκρηκτική πρωτοτυπία του Μάρκες, τότε, πριν από μισό και πλέον αιώνα.

Κάθε σημαντικό έργο έχει και τη μυθολογία του. Για χρόνια διαδιδόταν η φήμη ότι ο Καταλανός εκδότης Κάρλος Μπαράλ είχε αρνηθεί να εκδώσει το «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, όπως μου εξηγούσε τις προάλλες στο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας ο Ισπανός Τσάβι Αγιέν, δημοσιογράφος και κριτικός της La Vanguardia, συγγραφέας του βραβευμένου ερευνητικού αφηγήματος «Aquellos años del boom», όπου καταπιάνεται με την «έκρηξη» της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας στη δεκαετία του 1960 που είχε ως επίκεντρο τη Βαρκελώνη.

Στο βιβλίο του Αγιέν υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο γι’ αυτή την υπόθεση (όπως και για την περίφημη γροθιά που έδωσε ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στον Μάρκες εξαιτίας μιας παρεξήγησης, μιας γυναίκας δηλαδή). Η αλήθεια είναι ότι ο Μπαράλ αρνήθηκε μεν να εκδώσει βιβλία του Μάρκες, αλλά όχι το συγκεκριμένο, παλαιότερους τίτλους. Ο Μάρκες ήταν τόσο θυμωμένος μαζί του ώστε ουδέποτε έστειλε το χειρόγραφο του «Εκατό χρόνια μοναξιά» προς εκτίμηση.

Ο Μπαράλ πάντως την εκμεταλλεύθηκε την ανακρίβεια για να κάνει το κομμάτι του. Έσπαγε πλάκα και περιέπαιζε λ.χ. όσους τον επισκέπτονταν λέγοντάς τους ότι, ναι, ήταν αυτός, ο ίδιος, ενώπιόν τους, που είχε απορρίψει το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Όταν οι επισκέπτες αποχωρούσαν απ’ το γραφείο του, εκείνος κρυφογελούσε με τις γραμματείς και τους κοντινούς συνεργάτες του.

Το ωραίο στην όλη ιστορία είναι ότι, από ένα σημείο και μετά, συμμετείχε ακόμα και ο ίδιος ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στην «πλεκτάνη», έλεγε κι αυτός τα ίδια με τον Μπαράλ κατόπιν συνεννοήσεως! Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο «Γκάμπο», με κάποια άλλη αφορμή, πρωτύτερα, δεν τον είχε στείλει απευθείας στο διάβολο. Και οι συγγραφείς άνθρωποι είναι.

Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» κυκλοφόρησε αρχικά στο Μπουένος Άιρες το 1967. Ο Μάρκες ζούσε τότε στο Μεξικό και αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα, οπότε το πούλησε στον Αργεντινό εκδότη Πάκο Πορούα χωρίς να ενημερώσει κανέναν.

Αργότερα, την ίδια χρονιά, το βιβλίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε στην Ισπανία. Ξεπέρασε σταδιακά το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, κάτι που μόνο με τον «Δον Κιχώτη» είχε συμβεί μέχρι τότε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο