Μελωδίες που δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερο βάσανο για να στηθούν. Στίχος που φλερτάρει επικίνδυνα με το ανώδυνο και το ασήμαντο. Τέλος, μια ερμηνεία από εκείνες που αποκαλούμε «της διπλανής πόρτας»: λίγη ζεστασιά στη φωνή και λίγο χρώμα στο λόγο, έτσι ώστε να ακούγεται λιγότερο «ξύλινος». Αυτά είναι τα βασικά συστατικά του καινούργιου δίσκου του Γιάννη Κότσιρα, […]
Μελωδίες που δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερο βάσανο για να στηθούν. Στίχος που φλερτάρει επικίνδυνα με το ανώδυνο και το ασήμαντο. Τέλος, μια ερμηνεία από εκείνες που αποκαλούμε «της διπλανής πόρτας»: λίγη ζεστασιά στη φωνή και λίγο χρώμα στο λόγο, έτσι ώστε να ακούγεται λιγότερο «ξύλινος». Αυτά είναι τα βασικά συστατικά του καινούργιου δίσκου του Γιάννη Κότσιρα, που φαίνεται ότι επιχειρεί να ζωντανέψει ξανά το κλίμα των άλμπουμ που τον έκαναν διάσημο προ δεκαετίας. Πλήρης αποτυχία. Ανάμεσα στα δώδεκα τραγούδια (συν δύο κρυμμένα track) δεν συναντάμε κάτι που έστω να πλησιάζει το «Φύλακα άγγελο», τη «Χάντρα θαλασσιά» και πολύ περισσότερο το θρυλικό «Τσιγάρο». Αυτό που συναντάμε είναι ένα αδιάφορο σύνολο ερωτικών ως επί το πλείστον τραγουδιών («Όπου πας θα σε κοιτάζω», «Να είσαι εκεί», «Σαν φυλαχτό», «Ο ήρωάς σου» και πάει λέγοντας), που περιστρέφονται γύρω από το σουξέ «Κάνε το χειμώνα καλοκαίρι» και ακολουθούν τις συνταγές (και προσταγές) των μουσικών προϊόντων με ημερομηνία λήξης.