Υψηλότερος κατά 1,1% έναντι της ευρωζώνης ο πληθωρισμός την τελευταία δεκαετία
Παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση της παραγωγικότητας και την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στο 92% της ευρωζώνης, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν εμφανίζει τάση σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τονίζουν οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας.
Μολονότι η Ελλάδα διανύει τον όγδοο χρόνο της εντός της ΟΝΕ, η διαφορά του πληθωρισμού από το μέσο όρο της ευρωζώνης παραμένει σημαντική, υπερβαίνοντας τη μια ποσοστιαία μονάδα, αναφέρουν οι αναλυτές του τμήματος Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας.
Παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση της παραγωγικότητας, κυρίως στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στο 92% της ευρωζώνης, ο ελληνικός πληθωρισμός δεν εμφανίζει τάση σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αναφέρεται στην ανάλυση.
Συγκεκριμένα ο μέσος, πληθωρισμός στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία ήταν 3,4% ήτοι 1,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το μέσο όρο της ευρωζώνης. Ακόμη σημαντικότερη, περίπου 1,3 ποσοστιαίες μονάδες είναι η διαφορά των δομικών πληθωρισμών (όπως υπολογίζονται από τον ρυθμό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή εξαιρουμένης της επίδρασης των τιμών της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων) η οποία αντανακλά σε μεγαλύτερο βαθμό την επίδραση διαρθρωτικών και άλλων παραγόντων στις πληθωριστικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.
Η διερεύνηση των παραγόντων που τροφοδοτούν τις πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία καθίσταται ακόμη περισσότερο επίκαιρη δεδομένου του πρωτοφανούς -για την τελευταία 25ετία-επιπέδου των εισαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων λόγω της αύξησης των διεθνών τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων.
H αύξηση των τιμών της ενέργειας κατά 24% σε ετήσια βάση κατά το επτάμηνο του 2008 σε συνδυασμό με τις αυξήσεις των τιμών των τροφίμων κατά 5,5% εκτιμάται ότι προσέθεσαν περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ΔΤΚ (δείκτη τιμών καταναλωτή) οδηγώντας τον κοντά στο 5% τους τελευταίους 3 μήνες.
Δεδομένου ότι η εμπειρία δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μετακυλίονται σταδιακά στο δομικό πληθωρισμό, οι ανησυχίες για το εύρος των επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία ενισχύονται, υπογραμμίζεται στην ανάλυση.
Η αύξηση στον εγχώριο δομικό πληθωρισμό από μια ενδεχόμενη αύξηση των τιμών του πετρελαίου της τάξεως του 10% είναι κατά 40% υψηλότερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με την ευρωζώνη, ενώ οι πληθωριστικές επιδράσεις διαρκούν για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Έτσι, η αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 42% σε ευρώ σε ετήσια βάση το τελευταίο εξάμηνο εκτιμάται ότι προσέθεσε 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στο δομικό πληθωρισμό συγκριτικά με 0,4 στην ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,7% στο 2ο τρίμηνο του έτους και αναμένεται να κορυφωθεί στο 4ο τρίμηνο του 2008, οπότε εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 4,2%, ενώ η διαφορά από τον αντίστοιχο πληθωρισμό της ευρωζώνης θα ξεπεράσει τις 1,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Η ανάλυση καταδεικνύει ότι η ισχύς και η διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία απορρέει από τους ακόλουθους παράγοντες:
1) Την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, η οποία αποτυπώνεται στο θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας (που συνίσταται από τη διαφορά του πραγματοποιηθέντος από το δυνητικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης) και το οποίο ανερχόταν στις 1,4 ποσοστιαίες μονάδες κατά το 2007 σε σύγκριση με περίπου μηδέν στην ευρωζώνη .
2) Τον υψηλό βαθμό εξάρτησης της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας από την χρήση πετρελαίου τόσο σε οικιακό αλλά κυρίως σε επίπεδο βιομηχανικής παραγωγής.
3) Τις διαρθρωτικές ακαμψίες τόσο των αγορών προϊόντων και αγαθών όσο και της αγοράς εργασίας οι οποίες ενισχύουν τη μετακύλιση των πληθωριστικών επιδράσεων στην οικονομία.
Η ανάλυση της ΕΤΕ καταδεικνύει ότι η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και η ένταση χρησιμοποίησης πετρελαίου στην ελληνική οικονομία, αν και σημαντικές, εξηγούν λιγότερο από το ήμισυ της μέσης πληθωριστικής διαφοράς μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης. Το υπόλοιπο, σύμφωνα πάντα με την ΕΤΕ, αποδίδεται στις διαρθρωτικές ακαμψίες που χαρακτηρίζουν τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών όσο και την εγχώρια αγορά εργασίας.
Αύξηση τιμών και περιθώρια κέρδους
Συγκριμένα, διαπιστώνεται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις επωφελούμενες τόσο από την ισχυρή ζήτηση όσο και τις συνθήκες ελλιπούς ανταγωνισμού σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας αύξησαν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους τους ακόμη και σε τομείς όπου η επενδυτική δραστηριότητα και οι εξελίξεις στην παραγωγικότητα και την αμοιβή της εργασίας δεν το δικαιολογούσαν.
Η τιμολογιακή ισχύς των ελληνικών επιχειρήσεων αντανακλάται τόσο στο ρυθμό αύξησης του μεικτού περιθωρίου κέρδους (mark-up) όσο και στο επίπεδο της κερδοφορίας τους (όπως προσεγγίζεται με βάση τον λόγο του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος κάθε κλάδου ως ποσοστό της αξίας του κεφαλαίου), τα οποία αυξήθηκαν με ρυθμό 50% υψηλότερο από την ευρωζώνη κατά την τελευταία οκταετία.
Η τιμολογιακή ισχύς ήταν ακόμη υψηλότερη σε κλάδους των υπηρεσιών που εκ φύσεως είναι προστατευμένοι από τον διεθνή ανταγωνισμό (όπως οι μεταφορές, το χονδρικό εμπόριο, ο κλάδος εστίασης και άλλες υπηρεσίες σε νοικοκυριά) όπου τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν με ρυθμό υπερδιπλάσιο από τον εκτιμώμενο μέσο όρο της ευρωζώνης. Οι πληθωριστικές επιδράσεις από την τιμολογιακή συμπεριφορά αυτών των κλάδων διευκόλυναν τη μετάδοση των πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία.
Το βασικό σενάριο της ΕΤΕ για τον πληθωρισμό προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση στο ρυθμό στο 3ο και κυρίως στο 40 τρίμηνο του έτους στο 4% περίπου, το οποίο συνεπάγεται μέσο ετήσιο πληθωρισμό 4,4% το 2008 και επιβράδυνσή του στο 3,4% το 2009.
Ο δομικός, όμως πληθωρισμός, θα επιταχυνθεί στο 4,2% στο 4ο τρίμηνο του έτους και θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο (3,7% κατά μέσο όρο) για όλο το 2009, αντανακλώντας το ρόλο των προαναφερθέντων παραγόντων στη μετάδοση των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία.
Η σημαντική ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων εξασθενεί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα και την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ παράλληλα περιορίζει και την επιχειρηματική δραστηριότητα αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος και επιδεινώνοντας τις προοπτικές ζήτησης.
Φόβοι για την ανάπτυξη
Παράλληλα, οι αναλυτές της ΕΤΕ υποστηρίζουν ότι είναι πιθανό η εκλαμβανόμενη από τα νοικοκυριά μείωση στο διαθέσιμό τους εισόδημα να είναι υψηλότερη από την υπολογιζόμενη με βάση το ρυθμό μεταβολής του ΔΤΚ.
Με βάση τον εκτιμώμενο από τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ δείκτη εκλαμβανόμενου πληθωρισμού ο οποίος απαρτίζεται από προϊόντα και υπηρεσίες που αγοράζονται με μεγαλύτερη συχνότητα, τα νοικοκυριά με χαμηλότερο από το μέσο όρο εισόδημα έχουν την αίσθηση ενός πληθωρισμού περίπου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερου από τoν επίσημα υπολογιζόμενο, με αρνητικές συνέπειες για την πραγματική εσωτερική ζήτηση στην ελληνική οικονομία.
Συνεκτιμώντας την επίδραση στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα της ισχυρής ανόδου του πραγματικού όσο και του εκλαμβανόμενου πληθωρισμού, κατά το τελευταίο οκτάμηνο, καθώς και την αναμενόμενη πορεία τους μέχρι το τέλος του 2009, εκτιμάται ότι η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης θα ανέλθει στη μία ποσοστιαία μονάδα φέτος και στις 0,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2009.
Με βάση τα παραπάνω, η ΕΤΕ διατηρεί σταθερές τις προβλέψεις (του Μαρτίου 2008) για το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ο οποίος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,3% το 2008 και να επιβραδυνθεί στο 2,7% το 2009 σε σύγκριση με 1,4% και 1% αντιστοίχως για την ευρωζώνη.