Η πρώιμη διάγνωση της κώφωσης συντελεί σε καλύτερες λεκτικές ικανότητες
Σαουθάμπτον: Η πρώιμη διάγνωση της συγγενούς κώφωσης και η άμεση έναρξη της θεραπευτικής αντιμετώπισης συντελεί σε καλύτερες λεκτικές ικανότητες, αν και έχει μικρή επίδραση στην ομιλία, σύμφωνα με νέα βρετανική μελέτη που δημοσιεύεται στο New England Journal of Medicine.
Σαουθάμπτον: Η πρώιμη διάγνωση της συγγενούς κώφωσης και η άμεση έναρξη της θεραπευτικής αντιμετώπισης συντελεί σε καλύτερες λεκτικές ικανότητες, αν και έχει μικρή επίδραση στην ομιλία, σύμφωνα με νέα βρετανική μελέτη που δημοσιεύεται στο New England Journal of Medicine.
Η διαφορά μεταξύ εκείνων των οποίων η αμφίπλευρη απώλεια ακοής διαγνώστηκε πριν την ηλικία των εννέα μηνών και αυτών που επιβεβαιώθηκε αργότερα είναι ίση με 10 έως 12 πόντους στην λεκτική αναλογία ενός τεστ νοημοσύνης.
Ο Δρ Κόλιν Κέννεντι του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, μελέτησε δύο μεγάλα δείγματα παιδιών στην Αγγλία. Η μια ομάδα είχε γεννηθεί μεταξύ 1993 και 1996 στα προάστια του Λονδίνου και η άλλη την περίοδο 1992-1997 στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο, μερικά παιδιά είχαν συμμετάσχει σε παγκόσμιο πρόγραμμα ελέγχου για την απώλεια της ακοής.
Οι γονείς και οι κηδεμόνες 120 εκ των 168 παιδιών με κώφωση συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην μελέτη. Εξ αυτών, 61 παιδιά είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια περιόδων που βρισκόταν σε εξέλιξη το παγκόσμιο πρόγραμμα.
Σε μέση ηλικία 7,9 ετών, δηλαδή στην σχολική ηλικία, τα παιδιά υπεβλήθησαν σε εξετάσεις λεκτικής ικανότητας, λόγου και μη λεκτικών ικανοτήτων και τα αποτελέσματα συνδυάστηκαν με την ηλικία κατά την οποία είχε διαγνωστεί η απώλεια ακοής και η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα ελέγχου της ακοής.
Τα αποτελέσματα εκτιμήθηκαν αναφορικά με τις συνήθεις αποκλίσεις από το μέσο σκορ μιας ομάδας 63 παιδιών με φυσιολογική ακοή.
Η μελέτη τελικά έδειξε ότι τα παιδιά των οποίων η κώφωση είχε διαγνωστεί πριν την ηλικία των εννέα μηνών ανταποκρίνονταν καλύτερα αναφορικά με την δεκτική γλώσσα (την ικανότητα κατανόησης της επικοινωνίας μέσω χειρονομιών, της εκφοράς του λόγου, των εκφράσεων του προσώπου και των λέξεων), συγκριτικά με εκείνα τα παιδιά των οποίων η κατάσταση είχε διαπιστωθεί αργότερα. Ήταν 0.76 πιο κοντά στο μέσο της φυσιολογικής ακοής.
Επίσης, εκείνα τα παιδιά που είχαν διαγνωστεί νωρίτερα τα κατάφερναν καλύτερα αναφορικά με την εκφραστική γλώσσα (την ικανότητα έκφρασης των αναγκών με τη χρήση χειρονομιών, της εκφοράς του λόγου, των εκφράσεων του προσώπου και των λέξεων), συγκριτικά με τα άλλα παιδιά. Βρίσκονταν 0.50 πιο κοντά στο φυσιολογικό μέσο όρο.
Για τα παιδιά που είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια των περιόδων διενέργειαςτου παγκόσμιου προγράμματος ελέγχου της απώλειας ακοής, τα αποτελέσματα ήταν όμοια. Αναφορικά με την δεκτική γλώσσα βρίσκονταν 0.56 πιο κοντά στον φυσιολογικό μέσο όρο και για την εκφραστική 0.30.