Τέσσερα χρόνια μετά την «Ερωτική Επιθυμία» ο Γουόνγκ Καρ-Γουάι δημιουργεί ένα είδος «συνέχειας» της εκπληκτικής εκείνης ταινίας, ακολουθώντας τον ήρωά του, Τσόου, στην αναζήτηση της γυναίκας που θα μπορούσε να υποκαταστήσει εκείνη που κάποτε αγάπησε. Στο νέο του ρόλο ο Τσόου δημοσιεύει άρθρα σε τοπικές εφημερίδες του Χονγκ Κονγκ και παράλληλα γράφει ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. […]
Τέσσερα χρόνια μετά την «Ερωτική Επιθυμία» ο Γουόνγκ Καρ-Γουάι δημιουργεί ένα είδος «συνέχειας» της εκπληκτικής εκείνης ταινίας, ακολουθώντας τον ήρωά του, Τσόου, στην αναζήτηση της γυναίκας που θα μπορούσε να υποκαταστήσει εκείνη που κάποτε αγάπησε. Στο νέο του ρόλο ο Τσόου δημοσιεύει άρθρα σε τοπικές εφημερίδες του Χονγκ Κονγκ και παράλληλα γράφει ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Το 2046 κυριαρχεί στη ζωή του, πότε ως αριθμός και πότε ως χρονολογία. Είναι το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Είναι μια χρονιά στο μέλλον. Είναι ένα φουτουριστικό τρένο που ταξιδεύει. Όμορφες γυναίκες τον περιτριγυρίζουν: οι ένοικοι του διπλανού δωματίου, η κόρη του πανδοχέα, μια μυστηριώδης κυρία που δεν αποχωρίζεται ποτέ το ένα γάντι της, αλλά και θηλυκά ανδροειδή στο τρένο του μέλλοντος τα οποία σερβίρουν τους επιβάτες και ακούν αδιαμαρτύρητα τις ιστορίες τους. Όμως, το παιχνίδι του έρωτα στο οποίο επιδίδεται ο ήρωας, αποβαίνει άκαρπο. Το παρελθόν είναι παρελθόν. Κάθε απόπειρα το αναστήσει πέφτει στο κενό και η ανάμνηση του παλιού εκείνου έρωτα μεταφράζεται σε δάκρυα που κυλούν, χαράζοντας το πρόσωπο. Το «2046» προβλήθηκε στις Κάννες χωρίς να έχει υποστεί τελικό μοντάζ, κάτι που ίσως του κόστισε την απώλεια του Χρυσού Φοίνικα. Απέκτησε αργότερα την οριστική του μορφή και τώρα κυκλοφορεί σε ψηφιακή έκδοση, σαφώς μεγάλο σε διάρκεια και με αποδέκτη το «υποψιασμένο» κοινό, αλλά μεγαλειώδες σε σύλληψη και εκτέλεση. Πρόκειται για ένα έργο τέχνης σε σελιλόιντ. Το εικαστικό του μέρος είναι ασύλληπτο: χρώματα που προκαλούν τις αισθήσεις, πλάνα που αναδίδουν ερωτισμό, σκηνογραφία κορυφαίας αισθητικής. Προσθέστε τις ερμηνείες ακριβείας από όλους ανεξαιρέτως τους σταρ του κινεζικού σινεμά και θα έχετε ένα άκρως υποβλητικό έργο που άλλοι απέρριψαν με την αιτιολογία του ναρκισσισμού εκ μέρους του σκηνοθέτη και άλλοι παραδόθηκαν άνευ όρων στη μαγεία του. Η ελληνική έκδοση φλερτάρει με την κορυφαία ποιότητα. Η αναμορφική εικόνα διαθέτει άριστη υφή και λεπτομέρεια και αποδίδει με εξαιρετική πιστότητα τον πλούτο των χρωμάτων (έντονο μπλε και κόκκινο, αποχρώσεις του πορτοκαλοκίτρινου, πράσινο του κυπαρισσιού, βαθύ βυσσινί). Η μπάντα διασπείρει τη μουσική στο χώρο, ενώ χαμηλές συχνότητες χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν δραματικό τόνο στη δράση. Το «Making of» που συνοδεύει το κυρίως πρόγραμμα περιέχει ως επί το πλείστον συνεντεύξεις των συντελεστών.