Οι Low είναι ένα αμερικανικό τρίο που μέσα από τραγούδια και συνθέσεις με χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη χαλαρή, αβίαστη ανάπτυξη, τους χαμηλούς τόνους, τις μίνιμαλ συνθετικές επιλογές και τη διέγερση της δημιουργικότητας μέσω της πειθαρχίας κατόρθωσε από το 1993 και μετά να διατυπώσει έναν εναλλακτικό ορισμό για τη σύγχρονη αμερικανική folk μουσική. Θεωρείται μάλιστα ότι άνοιξαν […]
Οι Low είναι ένα αμερικανικό τρίο που μέσα από τραγούδια και συνθέσεις με χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη χαλαρή, αβίαστη ανάπτυξη, τους χαμηλούς τόνους, τις μίνιμαλ συνθετικές επιλογές και τη διέγερση της δημιουργικότητας μέσω της πειθαρχίας κατόρθωσε από το 1993 και μετά να διατυπώσει έναν εναλλακτικό ορισμό για τη σύγχρονη αμερικανική folk μουσική. Θεωρείται μάλιστα ότι άνοιξαν το δρόμο για την ενδοσκοπική μουσική δημιουργία επιγόνων όπως οι Smog και ο Bonnie «Prince» Billy. Μέλη των Low είναι ο Alan Sparhawk και η Mimi Parker -ζευγάρι στη μουσική και στη ζωή από την πολιτεία Μινεσότα- και ο μπασίστας Zak Sally. Το «The Great Destroyer» είναι το λιγότερο χαμηλόφωνο από τα άλμπουμ των Low. Τα αναμενόμενα αργά σε ανάπτυξη και θλιμμένα σε διάθεση τραγούδια («Death Of A Salesman») πλαισιώνονται από παθιασμένες συνθέσεις με δυνατές και μελωδικές ηλεκτρικές κιθάρες («California»), με ισχυρές δόσεις punk οργής («Everybody’s Song»), με αναφορές στον Neil Young («When I Go Deaf») αλλά και με έντονους ηλεκτρονικούς παλμούς («Monkey»). Σημαντικό ρόλο στον ευπρόσδεκτο εμπλουτισμό της ηχητικής παλέτας των Low δείχνει να έχει παίξει ο παραγωγός Dave Fridmann (γνωστός από τις συνεργασίες του με τους Mercury Rev και Flaming Lips) χρησιμοποιώντας πυκνές ενορχηστρώσεις που φέρνουν στο νου τους My Bloody Valentine («Just Stand Back», «Step») και υιοθετώντας κάποια «εξωτικά» για τα δεδομένα των Low όργανα όπως το mellotron («Cue The Strings») και τα σινθεσάιζερ.