Ενδεχόμενο ποινικών ευθυνών πρώην υπουργών στο εξοπλιστικό «βλέπει» ο εισαγγελέας
Για ενδεχόμενη ποινική ευθύνη των πρώην υπουργών Εθνικής Αμυνας Α.Τσοχατζόπουλου και Γ.Παπαντωνίου κάνει λόγο ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Π.Αθανασίου στην έκθεσή του για την προμήθεια των αντιαεροπορικών TOR-M1. Στη Βουλή και το πόρισμα για τα ραντάρ AN/TPQ-37.
Για ενδεχόμενη ποινική ευθύνη των τότε υπουργών Εθνικής Αμυνας Ακη Τσοχατζόπουλου και Γιάννου Παπαντωνίου κάνει λόγο ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Παναγιώτης Αθανασίου στην έκθεσή του, την οποία υπέβαλε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και το υπουργείο Δικαιοσύνης αναφορικά με τη σύμβαση προμήθειας 21 αυτοκινούμενων ερπυστριοφόρων αντιαεροπορικών συστημάτων TOR-M1 και τη σύμβαση αντισταθμιστικών ωφελημάτων που απορρέουν από αυτή.
Το πόρισμα του εισαγγελέα Πρωτοδικών διαβιβάστηκε στη Βουλή από το υπουργείο Δικαιοσύνης και διανεμήθηκε από τη Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου της Βουλής, ενώ προηγουμένως η πρόεδρος της Βουλής Αννα Μπενάκη-Ψαρούδα είχε ανακοινώσει ότι παρελήφθη το πόρισμα.
Συγκεκριμένα, ο κ. Αθανασίου στο πόρισμά του αναφέρει ότι «σαφέστατα προκύπτει ότι το ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε από την αγορά του αντιαεροπορικού οπλικού συστήματος TOR-M1» και ότι «την ευθύνη για την επιλογή του εν λόγω συστήματος φέρουν κατά πρώτο και κύριο λόγο όλα εκείνα τα μέλη της στρατιωτικής ηγεσίας (μέλη του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, αρχηγός ΓΕΕΘΑ) που το αξιολόγησαν επιχειρησιακά και το κατέταξαν στη λίστα επιλογών».
Προσθέτει ακόμη την εκτίμηση ότι «προκύπτουν σε βάρος των προσώπων αυτών επαρκείς ενδείξεις ότι τέλεσαν το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δημοσίου».
Ο κ. Αθανασίου σημειώνει επίσης ότι από την αναφορά του προκύπτουν κατά την κρίση του στοιχεία «από τα οποία διαφαίνεται ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του τότε υπουργού Εθνικής Αμυνας κ. Γιάννου Παπαντωνίου», τα οποία όμως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 86 του Συντάγματος και στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 του νόμου 3126/2003, δεν του επιτρέπεται να ερευνήσει περαιτέρω και να αξιολογήσει και για το λόγο αυτό ζητά να διαβιβαστούν αμέσως στη Βουλή.
Επιπλέον ο ίδιος αναφέρει ότι, όσον αφορά στη σύμβαση για τα αντισταθμιστικά οφέλη με την προμηθεύτρια ρωσική εταιρεία ANTEY, αν και έχει παρέλθει πλέον ο συμφωνηθείς χρόνος εφαρμογής των αντισταθμιστικών ωφελημάτων από ρωσικής πλευράς, έχει εκπληρωθεί μόλις το 2% της συνολικής τους αξίας.
Εκτιμά δε ότι: «Όλα τα παραπάνω τα γνώριζαν πολύ καλά τα μέλη της υποεπιτροπής διαπραγματεύσεων αντισταθμιστικών ωφελημάτων και θα έπρεπε μετά την άρνηση της ρωσικής εταιρείας να υποβάλει προσφορά σύμφωνα με τις ΚΟ/1996 ΥΠΕΘΑ/ΓΔΕ/ΔΑΩ, να μην αξιολογήσουν την προσφορά της και να σταματήσουν κάθε διαπραγμάτευση μαζί της, γεγονός που θα σήμαινε αυτόματα και ακύρωση της ήδη επιτευχθείσας συμφωνίας για την προμήθεια των 21 TOR/M1».
Ο εισαγγελέας θεωρεί παράλληλα ότι η επιτροπή διαπραγματεύσεων, παρά το γεγονός ότι τα μέλη της ισχυρίζονται ότι δεν είχαν αρμοδιότητα να αποφασίσουν επί του θέματος και ότι μόνος αρμόδιος να αποφασίσει ήταν ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, «η ενέργειά τους ή μάλλον η παράλειψή τους να μην πάρουν θέση και να αφήσουν το θέμα ανοιχτό για να το κλείσει ο υπουργός Εθνικής Αμυνας ενέχει προφανή σκοπιμότητα».
Για το λόγο αυτό κρίνει ότι προκύπτουν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις ότι τέλεσαν το κακούργημα της απιστίας σε βάρος του Δημοσίου.
Το πόρισμα για τα ραντάρ αντιπυροβολικού AN/TPQ-37
Εξάλλου στη Βουλή διαβιβάστηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης και το πόρισμα της αντιεισαγγελέως πρωτοδικών Ελένης Τουλουπάκη αναφορικά με την υπόθεση της προμήθειας έξι ραντάρ αντιπυροβολικού AN/TPQ-37, που πραγματοποιήθηκε με υπογραφή σύμβασης μεταξύ της γενικής διεύθυνσης εξοπλισμών του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και της εταιρείας RAYTHEON SYSTEMS COMPANY.
Η αντιεισαγγελέας Πρωτοδικών στο πόρισμά της εκτιμά ότι δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 73 παράγραφος 1Α του Προεδρικού Διατάγματος 284/89, που ορίζει ότι «επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση προμήθειας χωρίς διαγωνισμό άσχετα με το ποσό με βάση προφορική ή έγγραφη προσφορά του προμηθευτή, εφόσον το είδος έχει αποδεδειγμένα μοναδικό κάτοχο ή κατασκευαστή ή εισαγωγέα», δεδομένου ότι, όπως αναφέρει, ήταν σε γνώση της ιεραρχίας του ΥΕΘΑ ότι το κρίσιμο χρονικό διάστημα υπήρχαν στην αγορά άλλα δύο ραντάρ της ίδιας κατηγορίας.
Επιπλέον, εκτιμά ότι «διαφαίνεται ότι προκύπτουν στοιχεία που έχουν σχέση με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγρ. 1 του Νόμου 3126/2003 περί ποινικής ευθύνης υπουργών και συγκεκριμένα των αρμοδίων υπουργών Εθνικής Αμυνας» και για το λόγο αυτό ζητά να διαβιβαστεί το πόρισμα στη Βουλή, ως μόνη αρμόδια σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Νόμο για περαιτέρω διερεύνηση και ποινική αξιολόγηση.
Η κ. Τουλουπάκη εκτιμά ότι, παρά το γεγονός πως ο αρχηγός ΓΕΣ στο ενημερωτικό του σημείωμα διαπίστωνε ήδη από το Νοέμβριο του 1999 ότι «τα υπό προμήθεια ραντάρ δεν ικανοποιούν πλήρως τα τεχνικο-επιχειρησιακά χαρακτηριστικά της μελέτης, η τεχνολογία είναι παλιά και το κόστος πολύ υψηλό σε σχέση με τις δυνατότητές του, αλλά και σε σύγκριση με άλλα υπάρχοντα σύγχρονης τεχνολογίας» και παρά το γεγονός ότι η πρόταση της εισήγησης στον υπουργό ήταν:
α) διακοπή των διαπραγματεύσεων με την εν λόγω εταιρεία
β) έναρξη διαδικασίας συναξιολόγησης σε πεδίο βολής όλων των υπαρχόντων σύγχρονων συστημάτων ραντάρ και
γ) ακύρωση της εντολής προμήθειας,
ο υπουργός Εθνικής Αμυνας αποφάσισε τελικά να πραγματοποιηθεί η προμήθεια, αναγράφοντας ιδιοχείρως «όπως αρχική απόφαση προμήθειας» σε αντίθεση με την εισήγηση της ιεραρχίας.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο σύστασης εξεταστικής επιτροπής
Εν τω μεταξύ, ερωτηθείς την Τρίτη εάν η κυβέρνηση θα είναι θετική στην πρόταση σύστασης εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση των προμηθειών των Ενόπλων Δυνάμεων, ο εκτελών χρέη κυβερνητικού εκπροσώπου Ευάγγελος Αντώναρος είχε διευκρινίσει ότι μόλις φθάσει το σχετικό πόρισμα στη Βουλή, «η κυβέρνηση θα το μελετήσει και στη συνέχεια θα προβεί στις ενέργειες που κρίνει ότι πρέπει να κάνει».
Η κυβέρνηση είχε δηλώσει τις προηγούμενες ημέρες ότι είναι πιθανό να συγκροτηθεί μια εξεταστική επιτροπή, αλλά, αφού ολοκληρωθούν οι έρευνες του εισαγγελέα. Στη στάση αυτή, τόνισε ο κ. Αντώναρος, δεν υπάρχει καμία επιφύλαξη ή διαφοροποίηση.
Η Γεωργία Νταγάκη μας προσκαλεί την Παρασκευή 24 Απριλίου σε ένα μουσικό ταξίδι που συμπυκνώνει 20 χρόνια δημιουργικής πορείας, αναζήτησης και εξέλιξης.