Αντιπαράθεση στη Βουλή μεταξύ Χριστοδουλάκη, Μητσοτάκη και Έβερτ για την οικονομία
Η πορεία της οικονομίας και η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών αποτέλεσαν τα βασικά σημεία διαφωνίας ανάμεσα στον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Ν.Χριστοδουλάκη και τους πρώην προέδρους της ΝΔ Μ.Έβερτ και Κ.Μητσοτάκη την Πέμπτη στη Βουλή.
Η πορεία της οικονομίας και η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών αποτέλεσαν τα βασικά σημεία διαφωνίας ανάμεσα στον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Νίκο Χριστοδουλάκη και τους πρώην προέδρους της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη την Πέμπτη στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Ο κ. Χριστοδουλάκης τόνισε ότι -για τρίτη συνεχή χρονιά- το 2003 θα είναι έτος μείωσης της ανεργίας, ενώ για την ευρωζώνη τρίτη χρονιά αύξησης. «Το 2001 η Ελλάδα είχε 2,4% περισσότερη ανεργία από τις χώρες της ευρωζώνης, ενώ φέτος μόλις 0,3%» ανέφερε κατά την ενημέρωση της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής. Ο κ. Χριστοδουλάκης σημείωσε επίσης ότι τον Μάρτιο ο δομικός πληθωρισμός σημείωσε πτώση στο 3,4%, καθιστώντας εφικτό το στόχο της μείωσής του στο 3% μέχρι το τέλος του έτους.
Σύμφωνα με επιπρόσθετα στοιχεία που έδωσε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, η παραγωγικότητα της εργασίας το 2002 αυξήθηκε κατά έξι φορές σε σχέση με την ευρωζώνη, ενώ φέτος αναμένεται να ανέβει 2,5 φορές παραπάνω από την ευρωζώνη. Επίσης, ο πραγματικός μισθός το 2002 αυξήθηκε κατά 3,1% -τη στιγμή που ο μέσος ευρωπαϊκός όρος αυξήθηκε κατά μισή μονάδα- ενώ το 2003 αναμένεται να αυξηθεί κατά 2%. Επίσης, το έλλειμμα φέτος κινήθηκε σε επίπεδα 0,9%-1%, σε αντίθεση με το 2,5% της ευρωζώνης, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί κατά τέσσερις-πέντε μονάδες, τη στιγμή που στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης σημειώνει μικρή αύξηση. Τέλος, η τουριστική δραστηριότητα, σημείωσε μείωση κατά 30% στην εαρινή περίοδο, απώλεια ωστόσο που μπορεί να είναι πλήρως ανακτήσιμη μέχρι το τέλος του έτους.
Εξάλλου, ο κ. Χριστοδουλάκης ανέφερε ότι η Ευρώπη -προκειμένου να τονώσει την εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού- προκρίνει ένα αυστηρό λογιστικό πλαίσιο ελέγχου και εποπτείας. Στο ίδιο πλαίσιο, η Ελλάδα έχει καθορίσει ένα τετράπτυχο θεσμικών αλλαγών: νέο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης που έχει ήδη τεθεί σε ισχύ (ψηφίστηκε πέρυσι), νέο πλαίσιο εποπτείας λογιστικών ελέγχων που θα ψηφιστεί σε λίγες εβδομάδες από τη Βουλή, πλήρης διαχωρισμός αρμοδιοτήτων της πολιτείας από το Χρηματιστήριο και ενδυνάμωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και νομοσχέδιο για έκδοση εταιρικών ομολόγων για τις επιχειρήσεις.
Σχολιάζοντας την τοποθέτηση του κ. Χριστοδουλάκη, ο τέως πρόεδρος της ΝΔ Μιλτιάδης Έβερτ υποστήριξε ότι «η οικονομία δεν πάει καλά και πρέπει άμεσα να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας» προειδοποιώντας ότι «εντός ολίγου θα ακουστούν φούσκες εισηγμένων επιχειρήσεων να σκάνε».
Αντίστοιχη πρόβλεψη για καταρρεύσεις εισηγμένων εταιρειών έκανε και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης εκ μέρους του Συνασπισμού. Από την πλευρά του ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πρότεινε τη φορολόγηση των γρήγορων κερδών από το Χρηματιστήριο με 20%, υπενθυμίζοντας ότι αντίστοιχα μέτρα εφαρμόζονται για την πάταξη της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας και σε άλλες χώρες.
«Γιατί να μην εισπράξετε μερικά έσοδα από τους ανθρώπους που κέρδισαν χωρίς να το αξίζουν; Γιατί να μην αποκαλυφθεί επιτέλους ποιοί ήταν οι έξυπνοι που επωφελήθηκαν από την τραγωδία του ελληνικού λαού;» αναρωτήθηκε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης, επαναλαμβάνοντας παράλληλα την πρόσκλησή του προς την κυβέρνηση «να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό και να λάβει σκληρά μέτρα για την ανόρθωση της οικονομίας».
Στην απάντηση του Νίκου Χριστοδουλάκη ότι «η κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να εφαρμόσει πολιτικές σοκ», ο πρώην πρωθυπουργός απάντησε ότι δεν είναι «μαζοχιστής, αλλά πραγματιστής και θέλει την αλήθεια». «Δεν κάνατε καμία διαρθρωτική αλλαγή. Οι μετοχοποιήσεις ήταν η συμμετοχή του κράτους στην απάτη του Χρηματιστηρίου» κατέληξε.
Ένα φρούτο με μεγάλη ιστορία, που όμως τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων χάρη στην υψηλή του περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά.