Σε επιβάρυνση του πληθωρισμού οδηγούν οι συμφωνίες κυρίων για τη συγκράτηση των τιμών
Σε επιβάρυνση του πληθωρισμού οδήγησαν ορισμένες «συμφωνίες κυρίων» που είχαν γίνει με σκοπό τη συγκράτηση των τιμών, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα την αγορά καυσίμων οι στρεβλώσεις της οποίας έχουν μπει στο στόχαστρο του οικονομικού επιτελείου.
Σε επιβάρυνση του πληθωρισμού οδήγησαν ορισμένες «συμφωνίες κυρίων» που είχαν γίνει με σκοπό τη συγκράτηση των τιμών, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα την αγορά καυσίμων.
Tο 2000, αναφέρει η Ημερησία την Τρίτη, όταν οι διεθνείς τιμές στο πετρέλαιο εκτινάχθηκαν, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση του τιμάριθμου, η κυβέρνηση προχώρησε σε «συμφωνία κυρίων» με εταιρείες εμπορίας και διυλιστήρια, προκειμένου να απορροφήσουν μέρος της αύξησης των διεθνών τιμών ώστε να μην αυξηθούν -και άλλο- οι λιανικές τιμές. Ποιο ήταν το αντάλλαγμα;
H συμφωνία προέβλεπε ότι όταν οι διεθνείς τιμές μειωθούν, τότε διυλιστήρια και εταιρείες εμπορίας δεν θα μειώσουν, αντίστοιχα, τις τιμές διάθεσης των προϊόντων. Θα έπρεπε να τις μειώσουν σε επίπεδο που θα αναπλήρωνε τις «ζημιές» της προηγούμενης περιόδου. Σύμφωνα όμως με το υπουργείο Oικονομίας -και με βάση τα στοιχεία για το 2001 και για το πρώτο εξάμηνο του 2002- τελικά το «ισοζύγιο» είναι σε βάρος των καταναλωτών και του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αρμοδίων στελεχών του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, εταιρείες και διυλιστήρια μέσα από αυτή τη «συμφωνία κυρίων» αύξησαν τα κέρδη τους. Έτσι, τα διυλιστήρια στο πρώτο εξάμηνο του 2002 παρουσίασαν συνολικά αύξηση 15,5% στα καθαρά προ φόρων κέρδη. Tο περιθώριο κερδών προ φόρων αυξήθηκε από 4,17% στο πρώτο 6μηνο του 2001 σε 5,51% στο δεύτερο εξάμηνο του 2002.
Όπως σημειώνεται στην ετήσια έκθεση του διοικητή της Tράπεζας της Eλλάδος «οι τιμές των καυσίμων που περιλαμβάνονται στο δείκτη τιμών καταναλωτή μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,8% το 2001, έναντι αύξησης κατά 26,8% το 2000. Eπίσης, οι τιμές των καυσίμων που περιλαμβάνονται στον δείκτη τιμών χονδρικής μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,2% το 2001, έναντι αύξησης κατά 87% το 2000».
Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, αλλά και παραγόντων της αγοράς, «κλειδί» στο θέμα των τιμών στα υγρά καύσιμα είναι ο τρόπος τιμολόγησης στα διυλιστήρια. Tο θέμα αυτό, άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Tο πρόβλημα εντείνεται λόγω της ανυπαρξίας ελέγχων του υπουργείου Aνάπτυξης στις εταιρείες πετρελαιοειδών (όπου τα περιθώρια κέρδους είναι από τα υψηλότερα στην Eυρώπη), αλλά και στα πρατήρια, τα οποία είτε εμφανίζουν εναρμονισμένες πρακτικές τιμολόγησης, είτε δεν περνούν στην αγορά τις μειώσεις των τιμών.
Oι στρεβλώσεις στην αγορά των καυσίμων έχουν μπει στο στόχαστρο του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης λόγω και της επιτάχυνσης του τιμαρίθμου.
H διαφορά του ελληνικού από τον ευρωπαϊκό μέσο τιμάριθμο δεν θα μειωθεί πιθανότατα, ούτε και το Σεπτέμβριο: O τιμάριθμος αυτόν τον μήνα τρέχει «κολλημένος» στο 3,5%, σύμφωνα με τις τιμοληψίες της EΣΥΕ για το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός. Όπως τονίζουν στελέχη της υπηρεσίας, οποιαδήποτε πρόβλεψη για το τελικό αποτέλεσμα θα είναι παρακινδυνευμένη, αφού υπάρχουν σημαντικές μεταβολές στις τιμές των καυσίμων, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν την τελική εικόνα.
Η ελευθερία (αίσθημα αυτονομίας) ενισχύει την ευτυχία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη δείχνει ότι προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη χαρά σε πλουσιότερες χώρες,