Στο 4% η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2002, εκτιμά ο ΟΟΣΑ
Με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού του 2002 συνηγορεί η έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη. Σύμφωνα με το διεθνή οργανισμό, το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 4% το 2002 και κατά 4,3% το 2003.
Το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί το 2002 γύρω στο 4%, ρυθμός υπερδιπλάσιος του μέσου όρου στην ευρωζώνη, ενώ το 2003 αναμένεται να επιταχυνθεί ελαφρά στο 4,3%, σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ, που δημοσιοποιήθηκε σήμερα στο πλαίσιο της ευρύτερης έκθεσης του διεθνούς οργανισμού για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, συνηγορεί με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού του 2002, που κατατίθεται αύριο στη Βουλή, ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρός, παρά τη διεθνή επιβράδυνση.
Ο οργανισμός προβλέπει ότι το 2002 το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί γύρω στο 4%, ρυθμός υπερδιπλάσιος του μέσου όρου στην ευρωζώνη, ενώ το 2003 αναμένεται να επιταχυνθεί ελαφρά στο 4,3%. Επίσης, ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι, με τις διεθνείς τιμές πετρελαίου να υποχωρούν και παράλληλα με τη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων στη χώρα, οι πιέσεις από την πλευρά της προσφοράς στον πληθωρισμό θα εξασθενήσουν. Από την άλλη όμως, αναφέρει ότι οι πιέσεις λόγω αύξησης της εγχώριας ζήτησης (εξαιτίας της συνεχούς πτώσης των επιτοκίων, των εισροών του Γ΄ΚΠΣ και των έργων του 2004) θα ενταθούν και έτσι δεν μπορούν να αποκλειστούν οι μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές λιανικής βραχυπρόθεσμα.
Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη έχει προσφέρει περαιτέρω κίνητρα δημοσιονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης των διαρθρωτικών αλλαγών, ενώ διατυπώνει την άποψη ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να γίνει πιο φιλόδοξη για να ελέγξει καλύτερα τις πρωτογενείς κρατικές δαπάνες. Ο οργανισμός για μια ακόμη φορά επαναλαμβάνει ότι η επιτάχυνση στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών ακαμψιών στις αγορές εργασίας και προϊόντων θα διευκολύνει τη μη πληθωριστική ανάπτυξη και θα βελτιώσει τα εισοδήματα μεσοπρόθεσμα.
Για το 2001 ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι το ΑΕΠ τελικά θα αυξηθεί γύρω στο 3,9% – 4%, κυρίως λόγω κάμψης των ελληνικών εξαγωγών. Επίσης διαπιστώνει μικρή χαλάρωση των επενδύσεων, κυρίως λόγω των σημαντικών απωλειών του ΧΑΑ το 2000 και φέτος. Από την άλλη πλευρά όμως, επισημαίνει ότι ο τομέας της στεγαστικής πίστης, ο οποίος τροφοδοτεί τις επενδύσεις στα ακίνητα, παραμένει δυναμικός.
Η έκθεση προβλέπει ότι φέτος θα υπάρξει τελικά ένα μικρό δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ έναντι ελλείμματος 1,1% του ΑΕΠ το 2000, ενώ για το 2002 προβλέπει πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ και για το 2003 πλεόνασμα αυξημένο στο 1,3%, χάρη στη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους (λόγω πτώσης των επιτοκίων), στην αύξηση των φορολογικών εσόδων λόγω βελτίωσης του φοροσυλλεκτικού μηχανισμού, καθώς και στη δυναμική ανάπτυξη.
Για τη διετία 2002 – 03, ο ΟΟΣΑ «βλέπει» ένα ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον και αναμένει αυξημένη ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα λόγω του συνδυασμού των πλεονεκτημάτων εισόδου στην ευρωζώνη, των προετοιμασιών για τους Ολυμπιακούς αγώνες και των πόρων του Γ΄ΚΠΣ. Εκτιμά ότι οι εισαγωγές θα αυξηθούν επίσης, αλλά η αναμενόμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας θα ενισχύσει παράλληλα και τις ελληνικές εξαγωγές.
Η έκθεση παρατηρεί, πάντως, πως με δεδομένη την παραπάνω δυναμική της ελληνικής οικονομίας και τη δυνατότητα ταχύτερης αύξησης των μισθών το 2002, υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για το βαθμό υποχώρησης του πληθωρισμού. Για την ανεργία, ο ΟΟΣΑ προβλέπει, από 11,2% που αναμένεται το 2001, τη μείωση της στο 10,9% το 2002 και στο 10,4% το 2003.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθούν κατά 8,5% το 2001, 8,7% το 2002 και 9,1% το 2003. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να αυξηθούν 4,3% το 2002 και 8,2% το 2003, ενώ οι εισαγωγές θα αυξηθούν κατά 4,5% και 7,1% αντίστοιχα. Τέλος, προβλέπεται μικρή μείωση στο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών από 5,2% του ΑΕΠ το 2001, σε 5,1% το 2002 και 5% το 2003.
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.